Υλικό απο την δολοφονική βία των μπάτσων στη γενική απεργία 28-29/6

Υλικό απο την δολοφονική βία των μπάτσων στη γενική απεργία 28-29/6

βοηθήστε στην έρευνα σχετικά με την υλική βιωσιμότητα μιας κομμούνας σήμερα

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

‘’XΡΥΣΗ’’ εφεδρεία ενάντια στον αγώνα της ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΑΣ


Με ανακοίνωση του το φασιστικό μόρφωμα της ‘’Χρυσής Αυγής’’, επιτίθεται με σφοδρότητα στον αγώνα των εργαζομένων στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΑ. Μιλούν κινδυνολογικά, για ‘’νέα PIRELLI’’, επισείοντας τον κίνδυνο να κλείσει το εργοστάσιο. Είναι καλά γνωστό, πως οι ακροδεξιοί και πολύ περισσότερο οι φασίστες είναι ενάντια στις εργατικές απεργίες και στα συνδικάτα, πράγμα που αποδεικνύει και την ψεύτικη φύση του ενδιαφέροντός τους για τους ‘’έλληνες εργάτες’’. Δεν είναι και τόσο συνηθισμένο ωστόσο να αναγκάζεται η οργάνωση αυτή να πάρει δημόσια ειδική θέση για μια απεργία.
Δεν είμαστε όμως και σε συνηθισμένη περίοδο. Όταν στις 11/11/11 στην κυβέρνηση του δοτού πρωθυπουργού Παπαδήμου,σύρθηκαν εξευτελιζόμενοι ο Σαμαράς και ο Καρατζαφέρης, ενώ υπήρχε ήδη δηλωμένη μνημονιακή κοινοβουλευτική ΠΑΣΟΚική πλειοψηφία, πολλοί είχαν εκπλαγεί. Μα γιατί τους επιστρατεύουν άρον-άρον εκθέτοντας τους; Δεν ήταν μόνο ότι το ΠΑΣΟΚ δεν μπορούσε μόνο του να γονατίσει την αγωνιζόμενη κοινωνία. Ήταν και είναι η ανάγκη μιας μεγάλης αστικής συστράτευσης χωρίς ρωγμές, για την επιτυχή έκβαση μιας συντριπτικής επίθεσης σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων.
Κατά τη γνώμη μας, τα σοβαρότερα και τα χειρότερα αποτελέσματα αυτής της επίθεσης, δεν τα έχουμε δει ακόμη. Δεν θα κινδυνεύσουν μόνο το εισόδημα, τα κοινωνικά δικαιώματα και η απασχόληση. Η αμφισβήτηση του  δικαιώματος του  λαού να οργανώνεται, να αγωνίζεται, να επιβάλλει την θέληση του στα κοινωνικά και πολιτικά πράγματα, με άλλα λόγια το τσάκισμα της δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας, έστω σαν δυνητικό ενδεχόμενο, είναι η μεγάλη προϋπόθεση, αλλά και  ο σαφής στόχος αυτής της ‘’επανίδρυσης του καπιταλισμού’’ επί των ερειπίων των εργατικών δικαιωμάτων και κοινωνικών καταχτήσεων.
Η υπερ-αντιδραστική στροφή του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού, είναι ο δίδυμος αδερφός της κλιμάκωσης της εκμετάλλευσης της ανθρώπινης εργασίας και της αρπαγής του κοινωνικού πλούτου.
Ακριβώς επειδή είναι έτσι τα πράγματα, θα γίνουμε μάρτυρες και σε νέα στιγμιότυπα επιστράτευσης εφεδρειών του συστήματος. Μέσα από το κράτος, το παρακράτος, τις υπηρεσίες. Εφεδρείες πολιτικές, ιδεολογικές, αλλά και κατασταλτικές. Ο λαός πρέπει να πεισθεί για το μάταιο της αντίστασης, μπροστά σε ένα συντριπτικό χτύπημα.
Εδώ εντάσσεται η επιστράτευση και της σποράς του δικτάτορα Παπαδόπουλου. Έχει επομένως πολιτική σημασία και πρέπει να κάνουμε τον κόπο να ασχοληθούμε μαζί της.
Η ανακοίνωση των φασιστών εκπέμπει συγκεκριμένα μηνύματα.
Πρώτον,  η ΧΑ στηρίζει καθαρά, απόλυτα και συγκεκριμένα τον βιομήχανο Μάνεση.
Ας παρακολουθήσουμε σχετικά:
‘’Αφορμή της απεργίας είναι το αίτημα της διοίκησης να μειωθούν οι ώρες εργασίας του προσωπικού στις πέντε ώρες την ημέρα από 1η Νοεμβρίου 2011 - 29 Φεβρουαρίου 2012, ώστε να περιορίσει η εταιρεία τις ζημιές της και να μην προβεί σε απολύσεις 180 εργαζομένων’’…
‘’Η πρόταση της «Ελληνικής Χαλυβουργίας» προς τους εργαζομένους ήταν λογική υπό τις δύσκολες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στην αγορά’’….
‘’το περιορισμένο χρονικό διάστημα ισχύος του πενταώρου αποδεικνύει ότι η εργοδοσία δεν επιθυμεί να προβεί σε απολύσεις’’.
‘’Δυστυχώς, παρ' όλο που η διοίκηση της εταιρείας έκανε δεκτά τις τελευταίες ημέρες τα αιτήματα των απεργών και επιθυμεί να ανακαλέσει τις απολύσεις, τίθενται και νέες αξιώσεις που αφορούν ανύπαρκτες προθέσεις της «Ελληνικής Χαλυβουργίας» να καταργήσει τις συλλογικές συμβάσεις και να προωθήσει τις ατομικές’’.
Συμπέρασμα:
Πρόκειται για πιστή αναπαραγωγή των ψεύτικων ισχυρισμών της εργοδοσίας. Αποδεικνύουν έτσι, πόσο δημαγωγική και ψεύτικη είναι  η προπαγάνδα τους  πως δήθεν η ΧΑ είναι ‘’εχθρός της μεγάλης και εκμεταλλευτικής ιδιοκτησίας, είτε ντόπιας είτε διεθνιστικής’’.
Δεύτερον, σε μια στιγμή λεηλασίας των εργατικών εισοδημάτων, η ΧΑ έρχεται να μιλήσει γενικότερα για τα …ιερά δίκαια του κεφαλαίου γενικά.
Διαβάζουμε σχετικά στην ανακοίνωση τους:
‘’Δεν αρνείται κανείς ότι οι ελληνικές Χαλυβουργίες είχαν πολύ μεγάλα κέρδη τα προηγούμενα έτη, εκμεταλλευόμενες τόσο τους Ολυμπιακούς Αγώνες όσο και τα μεγάλα κατασκευαστικά έργα, κάτι που δεν είναι κατακριτέο καθώς οι επενδυτές στήνουν εργοστάσια για να κερδίσουν και όχι για να χάσουν’’.
Συμπέρασμα:
Οι φασίστες ζώντας υποτίθεται σε άλλο κόσμο, διατείνονται να μη γνωρίζουν πως τα πλούτη  των βιομηχάνων είναι η εργασία και το αίμα των εργαζομένων. Ίσως να θεωρούν πως αυτά βγαίνουν με μαγικά αθώα κόλπα ή αυτό-πολλαπλασιάζονται σαν τα κουνέλια. Ομολογούν πόσο υποκριτές είναι όταν δηλώνουν  εχθροί ‘’κάθε εξουσίας που διαιωνίζει αυτή τη σήψη που ‘χει για στήριγμά της την πλουτοκρατία’’.
Τρίτον, οι φασίστες, με την ανακοίνωση τους, επιχειρούν με χυδαίο τρόπο να προκαλέσουν πόλεμο μεταξύ των εργαζομένων, προς χάρη  και χαρά του εργοδότη φυσικά.
Αναφέρεται στην ανακοίνωση τους:
‘’Οι εργαζόμενοι του εργοστασίου Ασπροπύργου έχουν επιτύχει να θεωρούνται υπάλληλοι και να δικαιούνται αποζημίωσης απόλυσης βάσει της υπαλληλικής κλίμακας, οι εργαζόμενοι του Βόλου θεωρούνται εργάτες και σε περίπτωση απόλυσης, η αποζημίωσή τους θα είναι βάσει της εργατοτεχνικής κλίμακας, δηλαδή ψίχουλα….Εάν το εργοστάσιο του Ασπροπύργου κλείσει οιεργαζόμενοι θα λάβουν παχυλές αποζημιώσεις ενώ αντίθετα οι εργαζόμενοι του Βόλου θα βρεθούν στον δρόμο απένταροι.’’
Συμπέρασμα:
Όταν το εθνικιστικό φασιστικό ρεύμα ισχυρίζεται πως αποτελεί τη ‘’μόνη απόλυτη και πραγματική επανάσταση γιατί επιδιώκει γέννηση νέων ηθικών, πνευματικών, κοινωνικών και ψυχικών αξιών’’, δεν εννοεί τίποτα άλλο παρά την καλλιέργεια της λογικής ‘’ο θάνατος σου, η ζωή μου’’. Αποδεικνύουν έτσι ότι  το υπόβαθρο του χυδαίου ρατσισμού τους κατά των μεταναστών, δεν είναι η  ανοησία της ‘’βιολογικής καθαρότητας της φυλής’’, αλλά ο στόχος που έχουν για εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των εργαζομένων, για να μένει αλώβητο το σύστημα της εκμετάλλευσης.
Είναι χρήσιμο να δούμε αυτή την παρέμβαση μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο.
Αρχικά θα κάνουμε ορισμένους σχολιασμούς  σε ότι αφορά τη στάση του ευρύτερου ακροδεξιού χώρου στην Ελλάδα απέναντι στην κρίση, το μνημόνιο, την αντεργατική επίθεση.
Στη συνέχεια, θα γίνουν κάποιες επισημάνσεις για την συνολική ταυτότητα του φασιστικού φαινομένου, όπως αυτό ιστορικά εμφανίστηκε.
Η ακροδεξιά σε ρόλο ελεύθερου σκοπευτή
Η λαϊκίστικη δημαγωγία του ακροδεξιού ΛΑΟΣ, όταν χρειάστηκε να στηριχτεί ο σκληρός πυρήνας της  πολιτικής  του συστήματος, μαζεύτηκε ταχύτατα. Είναι γνωστό ότι το ΛΑΟΣ ψήφισε το Μνημόνιο Ι επί της αρχής, πρωτοστάτησε στην συγκρότηση της δοτής συγκυβέρνησης Παπαδήμου, στηρίζει όλη την αντεργατική και αντικοινωνική επίθεση.
Με πιο κριτήριο και γιατί;
Καθόλου δεν υιοθετούμε το χαρακτηρισμό ‘’κωλοτούμπας’’ για τον Καρατζαφέρη.
Είναι χρήσιμος  μόνο στο μικρό εμφύλιο δεύτερης σημασίας μεταξύ ΛΑΟΣ και ΧΑ για την φθορά του πρώτου και την είσοδο της δεύτερης στη Βουλή, που είναι τώρα ο στόχος της.
Ο Καρατζαφέρης (ας μην ξεχνάμε ένας από τους πλουσιότερους βουλευτές) και η ακροδεξιά ευρύτερα, συμπεριφέρονται με απόλυτη ταξική συνέπεια, σε ένα δύσκολο έργο.
Από τη μια, πρέπει  να έχουν επαφή με την κοινωνική δυσαρέσκεια, ώστε αυτή να μην αποχτά αριστερό αντικαπιταλιστικό πρόσημο. Σε αυτό βοηθάει το σχήμα ‘’βρίζουμε  τους πολιτικούς, ακόμη και τους αστούς πολιτικούς, όχι όμως την αστική πολιτική’’.
 Από την άλλη, όπως πάντα, η ακροδεξιά και ο φασισμός, πρέπει να είναι σε ρόλο ελεύθερου σκοπευτή, μαντρόσκυλου προστασίας του καπιταλιστικού συστήματος.
Το ΛΑΟΣ ουδέποτε σκοτίστηκε να επιμείνει σε τεχνοκρατικά υποκριτικά επιχειρήματα περί ‘’οικονομικής καταστροφής’’ ή ‘’κινδύνου χρεωκοπίας’’.
Επέμενε πάντα στο πολιτικό διακύβευμα: Προστασία του συστήματος, αναχαίτιση της αριστεράς ως πολιτική πρόταση ανατροπής, χτύπημα του εργατικού κινήματος.
Ας δούμε δύο πολύ χαρακτηριστικές τοποθετήσεις.
 Ο  Μάκης Βορίδης, πρώην γενικός γραμματέας της ΕΠΕΝ που ίδρυσε ο δικτάτορας Παπαδόπουλος  μέσα από τη φυλακή και σημερινός Υπουργός Μεταφορών, έλεγε τον Νοέμβρη του 2010:
 ‘’Η Αριστερά, πολιτικά κερδισμένη, θα αισθανθεί υποχρέωσή της την αύξηση της έντασης για να ανατραπεί η «μνημονιακή» πολιτική. Κινητοποιήσεις, ακτιβισμοί, καταλήψεις κ.λπ. Η κυβέρνηση απέναντι σε αυτό έχει μία υποχρέωση: να προστατέψει την κοινωνία, τους πολίτες, τις επιχειρήσεις, την παραγωγική δραστηριότητα. Η Ελλάδα δεν θα διαλυθεί γιατί κάποιοι θέλουν να ζήσουν την επαναστατική τους φαντασίωση. Και εμείς, ως ΛΑ.Ο.Σ., θα διεκδικήσουμε, θα απαιτήσουμε, θα πιέσουμε την κυβέρνηση για την διατήρηση της ευταξίας και της νομιμότητας.’’ (Η Νέα Δημοκρατία «γιγάντωσε» την Αριστερά
Συνέντευξη του Μάκη Βορίδη στην εφημερίδα «Ελεύθερος Κόσμος»
)
Τα δικά μας σχόλια περιττεύουν εδώ. Απλά βρίσκουμε μια ακόμη ευκαιρία να …συγχαρούμε το ΠΑΣΟΚ που περιμάζεψε ένα τυπικό φασίστα, προστάτη των επιχειρηματιών και εχθρό του λαού….
Και όταν ο στόχος που είχε τεθεί επετεύχθη με τη συγκρότηση της κυβέρνησης των τραπεζιτών και της ΕΕ, να πως συνοψίζει τα πράγματα ο Πρόεδρος του ΛΑΟΣ:
‘’Αυτό το οποίο τόνισα χθες στην συνάντησή μου με τους εκπροσώπους της τρόικα είναι πως έτσι όπως επιμένουν τελικά ίσως θα πρέπει να πάρουν υπογραφές από την κυρία Παπαρήγα και τον κ. Τσίπρα γιατί με την στάση τους θα κάνουν την αριστερά κυβέρνηση. Τότε οι δικές μας υπογραφές δεν θα έχουν πια καμία αξία. Είναι μια παράμετρος που δεν τους είχε θέσει ποτέ κανείς έως τώρα, πως με την στάση τους θα κάνουν κυβέρνηση την αριστερά, θα μετατρέψουν την Ελλάδα σε «Κούβα της Μεσογείου» και φυσικά δεν ομιλώ για κόμματα της αριστεράς που συμφωνούν με την παραμονή της χώρας μας στην ευρωζώνη. Τα κόμματα αυτά θα έπρεπε κατά την άποψή μου να συμμετέχουν και στην κυβέρνηση’’. (ΚΥΡΙΑ ΣΗΜΕΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΛΑΟΣ κ. Γ. ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ ΤΟΥ MEGA 21/11/11)
Φυσικά αυτή η επιλογή θα έχει κόστος για το ΛΑΟΣ, που ήδη καταγράφεται σε καθοδικά δημοσκοπικά ποσοστά. Η ΧΑ έρχεται ακριβώς από πίσω να περιμαζέψει ότι αποβάλλεται από τον Καρατζαφέρη. Δεν πρόκειται για ανταγωνισμό, αλλά για αλληλοκάλυψη, συγκοινωνούντα δοχεία. Όνειρο της ΧΑ να διανύσει την διαδρομή του Βορίδη: Από τις συμμορίες με τα μαχαίρια και τα τσεκούρια, στα βουλευτικά κοστούμια.  Απαράλλακτες ομοιότητες. Άλλωστε ο αρχηγός της, Ν. Μιχολολιάκος, είναι και αυτός ‘’της οικογενείας’’, καθώς  ήταν ‘’αρχηγός της Νεολαίας ΕΠΕΝ, κατόπιν προσωπικής εντολής του Γεώργιου Παπαδόπουλου’’, όπως περηφανεύονται.
Θα έλεγε μάλιστα κανείς, πως η ΧΑ αν και εξωκοινοβουλευτική και περιθωριακή, είναι πολύ προσεκτική στη δημαγωγία της και δεν ανοίγεται δημαγωγικά.
Ενώ κάνει λόγο για  ‘’καταγγελία του Μνημονίου και όλων των δανειακών συμβάσεων που δέσμευσαν  την χώρα μας’’, δεν θα βρει κανείς θέση για διαγραφή του χρέους.


Ενώ διατυπώνεται μια αόριστη θέση για ‘’αποδέσμευση από διεθνείς οργανισμούς που δεν εξυπηρετούν τα εθνικά μας συμφέροντα’’, πουθενά δεν ονοματίζεται η ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Αντίθετα, διατυπώνεται η γνωστή διαφυγή: ‘’Ναι στην Ευρώπη των Εθνών, όχι στην Ευρώπη του κεφαλαίου’’.  Ας μην κάνουμε πικρόχολα σχόλια εδώ…
Φασισμός: ακραία αστική απάντηση στην καπιταλιστική κρίση και γέννημα της
Κάθε εκμεταλλευτική τάξη όταν κινδυνεύει, αναπτύσσει την τάση προς την απολυταρχία, το χτύπημα της δημοκρατίας, την συντριβή της ελευθερίας των εκμεταλλευόμενων.
Το φασιστικό κίνημα γέννημα των δεκαετιών 1920 και 1930, συμπύκνωσε τον διπλό φόβο του αστικού κόσμου.
Από τη μια, ο κίνδυνος από την αναρχία στην καπιταλιστική παραγωγή, τον ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό, τις καπιταλιστικές κρίσεις.
Από την άλλη, ο κίνδυνος των εργατικών κοινωνικών επαναστάσεων, με τον κύκλο που εγκαινίασαν οι μπολσεβίκοι αλλά όχι μόνο.
Στην πρώτη απειλή, ο φασισμός διατυπώνει την απάντηση της σωτηρίας, μέσα από μιαπερισσότερο διευθυνόμενη οικονομία και ένα καπιταλιστικό κράτος πραγματικό στρατόπεδο.  ''Πρόκειται για την προσπάθεια να περισωθεί, με ελάχιστους και φαινομενικούς περιορισμούς, η  βάση της αστικής κοινωνίας, η ατομική ιδιοκτησία της παραγωγής και η ατομική ιδιοποίηση των προϊόντων  της. Είναι η αυταπάτη  να παγιοποιηθεί  η εκμεταλλευτική σχέσηεργοδότη και εργάτη. Δεν πρόκειται  για νέα μορφή οικονομίας, ούτε για νέα σχέση παραγωγής. Γίνεται μόνο προσπάθεια να καταργηθούν όλα εκείνα τα στοιχεία, που δημιουργούν κλονισμό και κίνδυνο μεταβολής της σημερινής βασικής εκμεταλλευτικής σχέσης'' (Δ. Γληνός).
Στην πολιτική απειλή του εργατικού κινήματος και της κοινωνικής επανάστασης ο φασισμός απαντά με συντριβή των ατομικών και συλλογικών  ελευθεριών, κατάργηση του δικαιώματος της ελεύθερης οργάνωσης, έκφρασης, σκέψης και φυσικά του δικαιώματος του λαού να επιβάλει τη θέληση του.
Στο επίπεδο της φασιστικής ιδεολογίας, ο εθνικισμός και η ‘’ενιαία εθνότητα, χωρίς κόμματα και τάξεις’’, είναι το αναγκαίο επίστρωμα για την ουτοπία της κατάργησης της ταξικής πάλης, για την δικαιολόγηση της διάλυσης των εργατικών οργανώσεων και των επαναστατικών (αλλά και όλων, πλην φασιστικού) κομμάτων. Ο φυλετικός ρατσισμός είναι το απαραίτητο συμπλήρωμα του αστικού εθνικισμού για να λυθεί τεχνητά η αντίφαση μεταξύ των χωριστών εθνικισμών και να δικαιολογηθεί στη βάση της ανωτερότητας κάποιας ράτσας/φυλής/έθνους, το δικαίωμα   να συντρίψει άλλα.
Η προσφυγή των φασιστών στ γνωστό μας και από την απριλιανή δικτατορία 1967-1973  τρίπτυχο‘’πατρίς-θρησκεία-οικογένεια’’, αντανακλά την αναζήτηση ενός συνεκτικού κοσμοθεωρητικού οράματος με  μια εξωιστορική επιστροφή στο παρελθόν, πίσω και από την αστική επανάσταση και τον διαφωτισμό. Η αρχαιοπρέπεια και αρχαιολατρεία (και μάλιστα στην σπαρτιατική πολεμική εκδοχή) είναι μια κλασσική έκφραση αυτών των φαντασιώσεων.

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Ανταλλακτική οικονομία

ΈΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΧΡΟΝΙΑ, η προϊστορία παίρνει την εκδίκησή της από την Ιστορία. Και μάλιστα -πώς να το φανταστεί κανείς;- μέσω των Χριστουγέννων. Τα πράγματα είναι πολύ απλά. Μετά τις γιορτές, η εμπορευματική οικονομία θα κάνει τον απολογισμό της στις χώρες της ύφεσης, των μνημονίων και της λιτότητας. Και θα βρει το ταμείο μείον. Πολύ μείον. Και θα πέσει κλάμα, μεταφορικό και κυριολεκτικό. Διότι αυτή τη φορά η οικονομία του δώρου δεν θα έχει κάνει το θαύμα της. Αυτή η επιβίωση της προϊοστορίας, το δώρο, βασικός τρόπος συναλλαγής των ανθρώπων πριν εδραιωθεί η ανταλλαγή σε είδος ή σε χρήμα, παίρνει την εκδίκησή της από την εμπορευματική οικονομία διά της απουσίας της. 

ΣΚΕΦΤΕΙΤΕ ΤΟ ΛΙΓΟ. Υπάρχουν κλάδοι που κάνουν ακόμη και το 50% του ετήσιου τζίρου τους την περίοδο των γιορτών. Ακόμη και θεσμοί του λεγόμενου κοινωνικού κράτους που θεσπίστηκαν με υπόρρητο προορισμό να τονώσουν τον ετήσιο οικονομικό κύκλο, όπως ο 13ος μισθός, τα δώρα φιλοφρόνησης μεταξύ συναλλασσομένων ή από εργοδότες προς υπαλλήλους φέτος θα λάμψουν διά της απουσίας τους. 

Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ, παρά τις ποικίλες συγκρούσεις του με παραδόσεις παλιότερων κοινωνικών σχηματισμών, μεγέθυνε στο έπακρο έθιμα με εμπορευματική αξία και περιθώρια κέρδους. Τα Χριστούγεννα, η Πρωτοχρονιά, μια περίοδος γεμάτη αρχαίες παραδόσεις προσφοράς χωρίς προσδοκία ανταπόδοσης, εξελίχθηκαν σ’ ένα εμπορευματικό ντελίριο στο οποίο επενδύθηκαν κολοσσιαία ποσά. Έπειτα ακολούθησε και το Πάσχα και στις μέρες μας οι διαφημιστικές εταιρείες έχουν φτάσει να μας υπενθυμίζουν ακόμη και τις ονομαστικές γιορτές αγαπημένων προσώπων και φίλων, προκειμένου να κερδίσουν έστω κι ένα χιλιοστό αύξησης του τζίρου σε δώρα. Αν γνώριζαν και τα γενέθλια ή τις επετείους γάμων μας, θα τα περιλάμβαναν στους σχεδιασμούς τους. Και τα δώρα στην εποχή της ολιστικής εμπορευματοποίησης δεν είναι μια ιδιαίτερη κατηγορία προϊόντων. Δώρο, μας υπενθυμίζουν τα «πουμπλί» γιορταστικά αφιερώματα των ΜΜΕ, μπορεί να είναι οτιδήποτε. Από ένα ανόητο, φθηνό μπιχλιμπίδι του ενός ευρώ, μέχρι ένα αυτοκίνητο, ένα ιστιοπλοϊκό σκάφος ή ένα ακριβό μονόπετρο δεκάδων χιλιάδων ευρώ. Ανάλογα με το απόθεμα αγάπης και χρήματος που διαθέτει κανείς.

ΚΑΤΑ ΚΑΠΟΙΟ ΤΡΟΠΟ, ο εμπορευματικός μας πολιτισμός, ιδιαίτερα στην καπιταλιστική του κορύφωση, πέφτει θύμα της τεράστιας επιτυχίας του. Επένδυσε πολλά, πάρα πολλά στον πολιτισμό που θέλησε να εξαλείψει και να υποκαταστήσει πλήρως: στον πολιτισμό του δώρου, ο οποίος, κατά τους ανθρωπολόγους, μαζί με τις άλλες μορφές ανταλλακτικής και πάντως μη χρηματικής οικονομίας, καλύπτει ένα πολύ μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, πολλών χιλιάδων χρόνων, από την εμπορευματική και ιδιαίτερα τη χρηματική του εκδοχή.

Η ΛΙΤΟΤΗΤΑ και η ύφεση συντρίβουν αυτό το εμπορευματικό κεκτημένο. Το δώρο, για την ακρίβεια η αγορά του δώρου, είναι το πρώτο που θα συντριβεί ή θα συρρικνωθεί δραματικά όσο οι συνήθειές μας θα προσαρμόζονται σ’ αυτό που μας περιγράφουν ως μοιραία κατάσταση. Σε συνθήκες στάσης πληρωμών προς την κοινωνία, οι προτεραιότητες αλλάζουν. Η επιβίωση των ανέργων, των υποαμειβόμενων ή απλήρωτων μισθωτών, των συνταξιούχων που υποβαθμίζονται σε μια κατάσταση υποσιτισμού περιθωριοποιεί ως πολυτελείς τις ανάγκες ηθικής, συναισθηματικής αξίας και αλληλεγγύης προς τέκνα, εγγόνια, βαφτιστήρια, ανίψια, γονείς, θείους, μπατζανάκηδες, συγγενείς γενικώς, φίλους, συναδέλφους, γνωστούς. Το μότο των ημερών είναι «να βρεθούμε, αλλά τα δώρα κομμένα και δεν παρεξηγούμεθα» και αντιρρήσεις πολλές δεν ακούγονται από την άλλη πλευρά, που άλλοτε θα αντέτεινε «μα πώς, να έρθουμε σπίτι σας με τα χέρια ξερά;».

ΒΕΒΑΙΩΣ, επειδή η αρχέγονη παράδοση έχει αποδειχθεί πιο ανθεκτική στον χρόνο από οποιαδήποτε μεταγενέστερη νεωτερικότητα που απαιτεί την εκδήλωση της προσφοράς και την έκφραση της συγγενικής ή φιλικής αγάπης συσκευασμένη σε αμπαλάζ με πολυτελή χαρτιά και χρυσές κορδέλες, το πιθανότερο είναι οι άνθρωποι να αποδειχθούν εφευρετικοί σε υποκατάστατα δώρου. Το λέμε στην πλάκα εδώ και καιρό, αλλά μην εκπλαγείτε αν αρχίσει το πάρε δώσε των δώρων εκ των ενόντων, χωρίς άμεσο οικονομικό κόστος. Έχεις, για παράδειγμα, πενήντα ρίζες ελιές στο χωριό σου, αλλά δεν έχεις ανάγκη και τους οκτώ τενεκέδες λάδι που βγάζουν. Οπότε σκας μύτη στο ρεβεγιόν της Πρωτοχρονιάς στον κουμπάρο σου μ’ έναν τενεκέ, εν ανάγκη του κοτσάρεις και μια κόκκινη κορδέλα να το κάνεις υπερπαραγωγή. Κι αυτός καταϋποχρεώνεται και, όταν σου ανταποδίδει την επίσκεψη, εμφανίζεται στην πόρτα με μια καλαθούνα που του ’στειλε η μάνα του απ’ το χωριό με δέκα χωριάτικα αυγά, ένα τάπερ με χωριάτικη πίτα κι ένα σακούλι με χειροποίητο ξινοτραχανά, που τον έχεις επιθυμήσει από τότε που ήταν μέρα παρά μέρα το πρωινό ή το βραδινό σου. Αντιλαμβάνεστε ότι για ένα διόλου ευκαταφρόνητο τμήμα του πληθυσμού αυτής της μορφής η ανταλλακτική οικονομία μπορεί να περιλάβει δεκάδες προϊόντα αγροτο-βουκολικής προέλευσης, από κρασί και τσίπουρο μέχρι τυροκομικά, λαχανικά και φρούτα από οικιακά μποστάνια και οπωρώνες. Μια ολόκληρη παραοικονομία της διατροφής- γιατί παραοικονομία θα τη θεωρήσει η τροϊκανή μας δημοκρατία- μπορεί να αποτρέψει έναν ενδεχόμενο λιμό για ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού των πόλεων, ακόμη κι αν η χώρα χρεοκοπήσει. 

ΚΙ ΕΠΕΙΔΗ Η ΕΦΕΥΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑ των ανθρώπων όταν πρόκειται να δώσουν τη μάχη της επιβίωσης δεν γνωρίζει όρια, καταγωγές και ονομασίες προέλευσης, μπορούμε να φανταστούμε την επέκταση αυτής της ανταλλακτικής οικονομίας στις πόλεις των απολυμένων μισθωτών και των υποαμειβόμενων δημοσίων υπαλλήλων σε είδη που καλύπτουν ευρύτερες ανάγκες, πέρα από τη διατροφή. Είσαι, για παράδειγμα, βιβλιοφάγος, έχεις εκατοντάδες βιβλία που τα έχεις διαβάσει, δεν χωρούν πια στη βιβλιοθήκη, οπότε διαλέγεις μερικά, τα συσκευάζεις και τα δωρίζεις στον κολλητό σου. Ο οποίος είναι μανιώδης συλλέκτης δίσκων και σου ανταποδίδει με την πρώτη ευκαιρία τρία τέσσερα καλά CD, ενδεχομένως και μερικά σπάνια βινίλια. Έπειτα, η σύζυγος, που στις καλές εποχές αγόραζε τα ρούχα με το κιλό και τώρα οι ντουλάπες σφύζουν από αφόρετα συνολάκια, που δεν της κάνουν κιόλας γιατί έχει στρογγυλέψει, αποφασίζει να τα ξεσκαρτάρει και μερικές ελαφρές μεταποιήσεις να τα χαρίσει στην καλύτερή της φίλη ή στην ανιψιά της. Κι η αγαπημένη της ανιψιά, φοιτήτρια πια, σαΐνι στα μαθηματικά, ενθουσιασμένη από τα ρούχα που της χάρισε η θεία, αφιερώνει ένα απόγευμα την εβδομάδα για να κάνει ιδιαίτερα στη μικρή της ξαδέλφη, κόρη της θείας, που δυσκολεύεται στο γυμνάσια. Η δε καλύτερή της φίλη, που έχει καταϋποχρεωθεί από τις σούπερ κασμιρένιες μπλούζες που της χάρισε, της προσφέρει ως αντίδωρο μερικά ζευγάρια γόβες σε αρίστη κατάσταση που αδυνατεί η ίδια να φορέσει, διότι το ουρικό οξύ είναι ανεβασμένο -ου γαρ μόνον…- και «γεννάει» επώδυνους κάλους στα πόδια. 

ΚΙ ΑΥΤΗ Η ΝΕΑ ανταλλακτική οικονομία μπορεί να πάρει άπειρες μορφές, να περιλάβει χιλιάδες είδη και αγαθά, ακόμη κι εκείνα η πονηρή οικολογία τα στέλνει πριν την ώρα της στην ανακύκλωση για να απορροφηθούν οι νέες σειρές προϊόντων που ο κύκλος ζωής τους όλο και μικραίνει για να στηρίξει την αειφορία πωλήσεων και κερδών των πολυεθνικών. Μπορεί να περιλάβει υπηρεσίες και δεξιότητες των ανθρώπων – «θα σου δωρίσω ένα service στο αυτοκίνητο», «κι εγώ θα στο ανταποδώσω κρατώντας τα λογιστικά σου βιβλία», «θα σου βάψω το σπίτι», «θα κάνω αγγλικά στο παιδί σου»… Κι έτσι η τρόικα, η κυβέρνηση Παπαδήμου ή όποια τη διαδεχθεί μπορούν να μετρούν πανικόβλητες τις αποτυχίες των δημοσιονομικών τους στόχων, να αντικρίζουν με τρόμο την ύφεση να αναρριχάται σε διψήφια νούμερα και ν’ απορούν πώς είναι η δυνατό η κοινωνία να επιβιώνει, γιατί δεν έχουν λιμοκτονήσει οι συνταξιούχοι, γιατί δεν έχουν αυτοκτονήσει οι μισθωτοί, γιατί δεν έχουν μεταναστεύσει οι άνεργοι, γιατί επιμένουν να ζουν και ν’ αντιστέκονται και με την παραοικονομία του δώρου και της ανταλλαγής, εκπέμποντας ένα ευδιάκριτο μήνυμα, πως υπάρχει ζωή πέρα από το ευρώ, την Ε.Ε., την υποταγή στους πιστωτές, το PSI, πως η κοινωνία μπορεί να οργανώσει την επιβίωσή της και πως το μόνο παράταιρο πράγμα είναι αυτή η εξουσία που μένει κολλημένη να μετρά δείκτες, εικονικό χρήμα, πλασματικά χρέη, αναπτυξιακές επιδόσεις, αδιάφορη για την κατάσταση των ανθρώπων, μα τρομοκρατημένη από την κραυγή τους: «Δεν θα πεθάνουμε, κουφάλες! Κακά Χριστούγεννα και δυστυχισμένος ο καινούργιος χρόνος σας. Και τελευταίος!»

Βιβλίο: “Ποτέ Ξανά”


Η Κίνηση “Απελάστε το Ρατσισμό” σε μία προσπάθεια ανάλυσης των αιτιών ανόδου του φασισμού και του τρόπου αντιμετώπισης του, προχώρησε στην έκδοση του βιβλίου του Colin Sparks “Ποτέ Ξανά”. Όπως λέει κι ο ίδιος ο συγγραφέας
“O αγκυλωτός σταυρός είναι χαραγμένος τόσο βαθιά στη μνήμη του εργατικού κινήματος που καθιστά μια σωστή συζήτηση περί φασισμού αρκετά δύσκολη. Η αποτρόπαια ιστορία βιαιότητας και μαζικών φόνων που συνόδευσαν την άνοδο του Χίτλερ και του Μουσολίνι συγκλονίζει κάθε συγγραφέα ή αναγνώστη. Μπαίνει κανείς σε πειρασμό να δει το φασισμό ως μια τυφλή δύναμη που πορεύεται με πυξίδα την καταστραφή της ανθρωπότητας. Παρ’ ότι σωστή και έγκυρη, αφού ο φασισμός είναι όλα αυτά, η προσέγγιση αυτή εμπεριέχει ένα κίνδυνο. Αν δούμε το φασισμό μόνο έτσι, τότε φαντάζει ως αντίπαλος όχι μόνο επικίνδυνος, αλλά και ακατανίκητος κι η προσέγγιση αυτή οδηγεί μοιραία σε απελπισία απέναντι στα σύγχρονα φασιστικά κινήματα.
Δεν σκοπεύω να υποτιμήσω τη βαρβαρότητα του φασισμού, αλλά δεν είναι χρήσιμο να επικεντρωθούμε σ’αυτά του τα χαρακτηρστικά. Κατ’αρχάς, η βία των φασιστών δεν αποτελούσε αυτοσκοπό, αλλά μέρος μιας συνειδητής στρατγικής. Έτσι, λοιπόν, η βία δεν αποτελεί εξήγηση – αντιθέτως πρέπει να εξηγηθεί. Επιπλέον παρ’ότι η βία είναι το πιο εμφανές χαρακτηριστικό του φασισμού, δεν είναι ούτε το μοναδικό, ούτε το πιο σημαντικό. Εάν πρόκειται να πολεμήσουμε το φασισμό, οφείλουμε να τον κατανοήσουμε και να αναλύσουμε την προέλευσή του. Συνεπώς πρέπει να κοιτάξουμε πέρα από τη βία, τα αίτια…
Το βιβλίο αυτό, λοιπόν, δεν σκοπεύει να καταγράψει την φρίκη του φασισμού. Επάνω σ’αυτό έχουν γραφεί αρκετά βιβλία, και μια λίστα αυτών παρατίθεται στο τέλος. Αντί γι’αυτό, έχω προσπαθήσει να εξερευνήσω τα πρωταρχικά αίτια και τις δυναμικές του φασισμού και να εξετάσω μερικές από τις εμπειρίες όσων τον πολεμούν. Και, τέλος, έχω εξετάσει τη βρετανική εμπειρία, και στο παρελθόν και στο παρόν, προκειμένου να εντπίσω τρόπους με τους οποίους μπορούμε να προλάβουμε καταστραφές και ήττες σαν αυτές που έχει υποστεί το κίνημά μας στο παρελθόν.”

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

15 Οκτώβρη παγκόσμια διαμαρτυρία


Στις 15 Οκτωβρίου, άτομα από όλο τον κόσμο θα βγουν στους δρόμους και τις πλατείες. Από την Αμερική ως την Ασία, από την Αφρική ως την Ευρώπη, ο κόσμος ξεσηκώνεται για να διεκδικήσει τα δικαιώματα του και να απαιτήσει μια αληθινή δημοκρατία. Τώρα ήρθε η ώρα να ενωθούμε όλοι σε μια παγκόσμια, ειρηνική διαμαρτυρία.
Οι κυβερνήσεις λειτουργούν για το όφελος των λίγων, αγνοώντας τη βούληση της συντριπτικής πλειοψηφίας και το ανθρώπινο και περιβαλλοντικό κόστος που πληρώνουμε όλοι. Αυτή η ανυπόφορη κατάσταση πρέπει να σταματήσει.
Ενωμένοι σε μια φωνή, θα δείξουμε στους πολιτικούς και την οικονομική ελίτ που υπηρετούν, ότι εμείς, ο λαός, θα αποφασίσουμε για το μέλλον μας. Δεν είμαστε εμπορεύματα στα χέρια των πολιτικών και τραπεζιτών που δεν μας αντιπροσωπεύουν.
Στις 15 Οκτωβρίου, θα συναντηθούμε στους δρόμους για να ξεκινήσουμε την παγκόσμια αλλαγή που θέλουμε. Θα διαδηλώσουμε ειρηνικά, θα μιλήσουμε και θα οργανωθούμε, μέχρι να το καταφέρουμε.
Ήρθε η ώρα να ενωθούμε. Ήρθε η ώρα να μας ακούσουν.

υπ. τα περισσοτερα απο αυτά που γράφει είναι πασιφιστες βλακείες για εμένα(βλέπεις έχω άλλη άποψη για το πως μπορεί να γίνει μία παγκόσμια "αλλαγή") αλλά είναι καλό να στηριχθούν τέτοιες ενέργειες.

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

άτιτλο


Mαρτυρίες από τις σφαγές και τις εκτελέσεις κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ (Δ): Εσείς καταρχήν πόσο χρονών ήσασταν;

ΝΑΝΑΚΟΥΔΗ ΕΛΕΝΗ (Ν.Ε.): Ήμουνα  δέκα, δέκα μισό.

Δ: Εσείς εκείνη την εποχή καταλαβαίνατε τι γινόταν στο χωριό με τους Γερμανούς;

Ν.Ε.: Ε, όχι, εγώ μικρή ήμουνα τότε, δέκα χρονών.Δεν ξέραμε τι μας περίμενε, δεν περιμέναμε τέτοια πράγματα, όχι. Εκείνη  την ημέρα ήρθανε, κατεβήκανε αντάρτες από πάνω από το βουνό, χτυπήσανε  έναν Γερμανό. Σκοτώσανε έναν, έναν τραυματίσανε και μετά φύγανε. Οι Γερμανοί ειδοποιήσανε στο Ασβεστοχώρι, ήταν δύναμη εκεί πέρα, Γερμανοί και Έλληνες συνεργάτες τους, και ήρθανε στο χωριό. Εμείς αμέριμνοι, ιδέα δεν είχαμε, καθίσαμε εδώ στο σπίτι, ήρθανε οι Γερμανοί, μας χτυπήσανε την πόρτα, ανοίξαμε, μας μαζέψανε, όσα γυναικόπαιδα βρήκανε. Εγώ ήμουνα με την μάνα μου και την αδερφή μου, μας πήγανε στον κήπο.

Δ: Διάβασα  ότι όταν έγινε το χτύπημα αυτό, πολλοί ειδοποιήθηκαν και έφυγαν στα βουνά.

Ν.Ε.: Όχι, δεν  ειδοποιήθηκαν πολλοί, απλώς όσοι φοβήθηκαν φύγανε στο  βουνό. Και η αδερφή μου ξεκίνησε να φύγει και ξαναγύρισε. Λέει γιατί να φύγω, τι φταίμε εμείς, τι ξέρουμε, δεν έχουμε ιδέα από τίποτα και γύρισε πίσω. Και μας μαζέψανε εδώ στον κήπο, στο  Μπαντάτσιο, ένα κέντρο που ήταν εκεί. Μας μαζέψανε, μας βάλανε και  καθίσαμε στην πίστα του κέντρου, εκεί μας βρίζανε Έλληνες. Όταν λέμε Έλληνες, εννοούμε συνεργάτες των Γερμανών. Μας βρίζανε, οι άντρες σας είναι αντάρτες μας λέγανε, οι γυναίκες έλεγαν όχι, στην δουλειά είναι, στα χωράφια είναι οι άντρες μας. Μετά, αφού συγκεντρωθήκαμε αρκετοί, ρωτούσαμε  τι θα γίνει, τι θα μας κάνουνε. Ήρθανε και τρία αγοράκια κλαίγοντας. Τα ρωτήσανε οι γυναίκες γιατί κλαίτε, γιατί σκοτώσανε την μαμά μας στην αυλή, της κόψανε τα δάχτυλα, της βγάλανε τα δαχτυλίδια και μετά την σκοτώσανε. Τότε καταλάβαμε τι μας περίμενε.

Δ: Πόσα  άτομα ήσασταν;

Ν.Ε.: Εμείς εδώ πρέπει να ήμασταν καμιά εβδομήντα  άτομα. Μας βάλανε τρεις-τρεις στην σειρά.  Ακούσαμε να λένε "πού θα τους πάμε να τους εκτελέσουμε". Κάποιος είπε στο νεκροταφείο. Άκουσα έναν άλλον να λέει, "όχι στο νεκροταφείο θα μας φύγουνε, είναι χαμηλός ο τοίχος. Μην μας φύγει κανείς". Αντίθετα, ο φούρνος ήταν εδώ δίπλα στο σπίτι μας. "Θα τους βάλουμε μέσα στο φούρνο, είναι μεγάλο το οίκημα, θα χωρέσουνε", είπε κάποιος άλλος.

Δ: Εσείς τα ακούγατε όλα αυτά.

Ν.Ε.: Βέβαια  τα άκουγα. Μόλις άκουσα τι λέγανε κρεμάστηκα από της  αδερφής μου το λαιμό και της είπα θα μας σκοτώσουνε. "Όχι εσάς" μου είπε, "εμάς τους μεγάλους, τα μικρά δεν  τα σκοτώνουν" μου είπε η αδερφή μου. Είκοσι χρονών ήταν αυτή. Ανοίξανε τις πόρτες, μας βάλανε στον φούρνο, εμείς που ήμασταν  από τις πρώτες στην γραμμή ανεβήκαμε  στο ζυμωτήριο επάνω. Μας είπαν  να καθίσουμε. Καθίσαμε, στήσανε μπροστά  ένα πολυβόλο στην πόρτα, στο ζυμωτήριο  επάνω και άρχισαν να μας ρίχνουν. Σκοτώθηκε η μαμά μου πρώτα, μετά η αδερφή μου, μετά άρχισαν να φέρνουν δέματα χόρτα και μας τα έριξαν πάνω μας. Βάλανε φωτιά. Είδα μία  κυρία κατέβαινε με το μωρό της  αγκαλιά, πιάστηκα πίσω από την ρόμπα της και κατέβηκα κάτω. Εκεί  ήταν όλοι σκοτωμένοι και κάτω γεμάτο με νεκρούς. Η κυρία αυτή δρασκέλισε την πόρτα  να κατεβεί, εκείνη την ώρα βρέθηκαν μπροστά της, εγώ θα τους πω ταγματασφαλίτες, και άκουσα που να της λένε "κυρία μου που πας;" και την  μαχαίρωσαν.

Έπεσε αυτή ανάμεσα στην πόρτα, εγώ όπως ήμουνα μικρή δεν με είδανε πίσω. Μπήκα κάτω από τον πάγκο και  δεν με είδανε. Πέρασε  λίγη ώρα και βγήκα. Είδα ησυχία εκεί στην αυλή και βγήκα άκουσα κουβέντες στον δρόμο. Που να πάω; Και έξω στην αυλή είχε σκοτωμένους αρκετούς, όσοι δεν χωρούσαν τους σκοτώνανε στην αυλή και έπεσα μπρούμυτα εκεί επάνω στους σκοτωμένους και έκανα τη νεκρή. Εκεί  πέρασε αρκετή ώρα, δίπλα μου ήταν μια κυρία, θήλαζε το μωρό της. Ήταν νεκρή και το μωρό θήλαζε. Μια έκλαιγε, μια θήλαζε, ήρθαν οι ταγματασφαλίτες και βλέπανε το μωρό και γελούσαν που θήλαζε από την μάνα. Εν  τω μεταξύ αυτή αιμοραγούσε ακόμα. Επάνω  μου ερχόταν όλο το αίμα, αλλά δεν μιλούσαμε.  Τίποτα κανείς. Άρχισαν να μας κλoτσάνε μήπως έχει κανέναν ζωντανό, αλλά δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί ο κόσμος ακόμα ξεψυχούσε και δεν μπορούσαν να καταλάβουν ποιος ήταν ζωντανός ποιος ήταν νεκρός. Εκεί  περίμενα λιγάκι. Αρχισε να βραδιάζει, άρχισε να καίγεται το οίκημα, ο φούρνος. Δεν μπορούσαμε να καθίσουμε άλλο, δίπλα ήταν το σπίτι μας, πήγα εκεί.

Δ: Ήταν  και άλλοι μαζί σας;

Ν.Ε.: Όχι, εκείνη την ώρα ήμουν μόνη μου. Όλοι οι άλλοι ήταν σκοτωμένοι. Όταν ξεκίνησα να βγω ήταν και δύο παιδάκια πίσω από την πόρτα. Δύο μικρά παιδάκια, αλλά τα έχασα, δεν ξέρω που πήγαν. Εγώ βγήκα έξω, πήγα στο σπίτι το δικό μας που ήταν δίπλα. Δεν ξέρω από πού φύγανε και πώς γλιτώσανε τα παιδάκια αυτά. Από εκεί, από το σπίτι, μόλις βράδιασε, ξεκίνησα να πάω, στα χωράφια. Θυμήθηκα ότι ο μπαμπάς μου ήταν στο χωράφι και ξεκίνησα για το βουνό να πάω να τον  βρω. Δύο ώρες δρόμο μακριά. Στον  δρόμο με βρήκανε κάτι χωριανοί, είδανε που περπατούσα και με βοήθησαν. Εν  τω μεταξύ, εκεί που ανέβαινα στο βουνό, δύο ταγματασφαλίτες με βρήκανε. Αυτοί έκαναν βόλτες, είχαν τα όπλα στους ώμους και κατέβαιναν προς τα κάτω.

Ένας  πήγε από εδώ, ένας από εκεί και  εγώ στην μέση περίμενα να δω τι θα κάνουν. Κατέβασε το όπλο ο ένας να με σκοτώσει, ο άλλος δεν τον άφησε. "Όχι" λέει δεν θα το σκοτώσεις. Θα το σκοτώσω. "Πού είναι η μαμά σου;" με ρώτησαν. Τους είπα ότι την σκοτώσανε. "Ο μπαμπάς σου αντάρτης είναι;" ρώτησαν. "Όχι στο χωράφι είναι", απάντησα. "Και τώρα που θα πας;", είπαν. "Στον μπαμπά μου", είπα. Θα  το σκοτώσω ο ένας, όχι ο άλλος, εγώ περίμενα. Εν τω μεταξύ ήμουν τραυματισμένη, δεν το είχα πάρει είδηση. Στα πόδια μου και στο χέρι μου, τότε είδα. Επειδή την αδερφή μου την κρατούσα αγκαλιά, πέρασε η σφαίρα από της αδερφής μου το κεφάλι και μου έμεινε εδώ στο δικό μου το χέρι και ήταν όλο τούφες από τα μαλλιά της που τραβούσα. Τότε κατάλαβα ότι ήμουνα τραυματισμένη και στα πόδια.

Με  άφησαν αυτοί. Είπε ο ένας στον άλλον, δεν χόρτασες, σκότωσες, έκλεψες. Όχι απαντάει και άλλο θέλω, τι είμαι σαν και εσένα, λέει, που δεν έκλεψες ούτε ένα καλούπι σαπούνι. Οι  δυο τους τώρα μαλώνουνε, εγώ περιμένω… Πάνε μικρή μου, λέει,  εδώ στο  ρέμα να μην σε πιάσει καμιά σφαίρα, να μην σε σκοτώσει κανείς. Εγώ νόμιζα πως θα γυρίσω την πλάτη και θα με τουφεκίσουνε και πήγαινα πίσω-πίσω. Λέει ο ένας:  Όχι μη φοβάσαι δεν θα τον αφήσω να σε σκοτώσει. Πήγα στο ρέμα, κάθισα λίγο. Μόλις πήρε και βράδιασε τότε έφυγα, πήγα στο βουνό, με συνόδευσε ένας χωριανός μας, με βρήκε στον δρόμο και με πήγε στον πατέρα μου.      

Δ: Ο οποίος δεν ήξερε τίποτα;

Ν.Ε.: Είδαν τον καπνό και τους ειδοποίησαν  μην κατεβείτε στο χωριό, γιατί  το χωριό το καίνε, αλλά δεν ήξεραν ότι σκοτώνανε και τον κόσμο. Εγώ ήξερα που ήταν το χωράφι. Ήρθε ο πατέρας μου και με πήρε. Τι να με κάνει νύχτα στο βουνό; Έβγαλε  το πουκάμισό του, το έσκισε, μου έριξε  ούζο και καπνό στα τραύματά μου  και με το πουκάμισό έδεσε  τις πληγές.

Δ: Του είπατε;

Ν.Ε.: Που είναι  η μαμά; ρώτησε. Την σκοτώσανε. Πού είναι η αδερφή σου; Την σκοτώσανε…

Δ: Μετά  γυρίσατε;

Ν.Ε.: Που να γυρίσουμε; Το χωριό στάχτη, το σπίτι  στάχτη, που να γυρίσουμε. Με πήρε καβάλα στο άλογο ο μπαμπάς μου  και ο αδερφός μου, που ήταν μαζί με τον μπαμπά μου. Μας είπανε πως έχει αντάρτες στην Περιστερά και να πάμε εκεί. Εκεί πήγαμε. Προσπάθησαν να μου καθαρίσουν τις πληγές. Στέγνωσε ο καπνός και δεν έβγαινε με τίποτα. Εγώ έκλαιγα ο γιατρός μου έδωσε  και ένα  χαστούκι γιατί  έκλαιγα. Από εκεί ήρθαν οι Γερμανοί, μας πήρανε είδηση, τους ειδοποιήσανε ότι στην Περιστερά έχει αντάρτες και ήρθανε με τα αεροπλάνα και άρχισαν χαμηλά να ρίχνουν. Από εκεί, από ρέμα σε ρέμα, με είχανε με ένα φορείο, μια παλιά κουρελού και δύο ξύλα και με κουβαλούσανε μέσα στα βουνά. Πήγαμε  στο Λιβάδι, εκεί είχε αντάρτες. Εκεί κάθε μέρα με αλλάζανε τις πληγές, αλλά το χέρι μου άρχισε να παθαινει σαν  γάγγραινα, είχε μολυνθεί.

Δ: Δεν είχαν  βγάλει την σφαίρα;

Ν.Ε.: Όχι, δεν  το ήξεραν, δεν μπορούσε να το καταλάβει ο γιατρός, είχε παραμορφωθεί η παλάμη μου. Είχε και έναν Ιταλό γιατρό αιχμάλωτο, που του είπε πως το παιδί έχει σφαίρα μέσα στο χέρι του. Όχι, δεν έχει, θα κόψουμε το χέρι, του απαντούσε. Μάλιστα είπε πως αύριο στις δέκα θα πάμε να κόψουμε το χέρι του παιδιού. Ο Ιταλός είπε στον πατέρα μου, πως θα έρθει κρυφά τη νύχτα, να μην φοβηθεί, και θα βγάλει τη σφαίρα από το χέρι μου. Είπε στον πατέρα μου να μη φοβηθεί, για να μην τον πάρουν είδηση και τον σκοτώσουν. Πράγματι, τη νύχτα σηκώθηκε κρυφά, ήρθε με τον αναπτήρα του μπαμπά μου και το σακάκι, στο εκκλησάκι που κοιμόμασταν, έξω από το Λιβάδι, για να μη φανεί φως μέσα στη νύχτα στο βουνό και μου έβγαλε το μολύβι.  Την άλλη μέρα, η ώρα δέκα που ετοίμασαν  τα πάντα να μου κόψουν το χέρι, άρχισε ο Μάριος, Μάριο τον έλεγαν, να λέει γιατρέ βλέπω το χέρι πάει καλύτερα. Ναι, ναι είπε και ο γιατρός, δεν  θα το κόψουμε, πάει προς το καλύτερο. Με γλίτωσαν από εκεί το χέρι μου. Και έτσι, σιγά-σιγά, συνήλθα.   

Δ: Μετά  τι κάνατε; Γυρίσατε;

Ν.Ε.:  Μετά  γυρίσαμε. Ύστερα από 15 μέρες. Από εκεί μας κυνήγησαν τα αεροπλάνα, οι Γερμανοί και βρεθήκαμε στο Πετροκέρασο. Εκεί  καθίσαμε λίγο καιρό, αλλά εγώ δεν  γινόταν να καθίσω, δεν γιατρευόμουνα  με τα φάρμακα που είχαν οι αντάρτες. Δεν μπορούσα. Και με πήρε ο μπαμπάς μου με κατέβασε, στον Άγιο Βασίλη, είχα μία θεία που είχε ένα σπίτι στο Πετροκέρασο. Και εκεί κάθε μέρα με πήγαιναν στους γιατρούς, μου φτιάχνανε τα τραύματά μου.

Δ: Αυτά  έγιναν το ’44;

Ν.Ε.: Το ’44, σε λίγο καιρό φύγανε και οι Γερμανοί, αλλά ήταν εμείς να περάσουμε την  μπόρα αυτή.

Δ: Είχε  αντάρτες τότε στον Χορτιάτη;

Ν.Ε.: Ε, στο  βουνό θα είχε, αλλά μήπως ξέραμε εμείς. Δεν είχαμε ιδέα εμείς τι είχε και τι δεν είχε. Μπορεί οι μεγάλοι  να είχανε, εγώ δεν ήξερα  τέτοια πράγματα.

Δ: Πόσοι σκοτώθηκαν;

Ν.Ε.: 149 άτομα.

Δ: Και πάρα πολλά παιδιά...
Ν.Ε.: Παιδιά, γέροι, νέοι. Δεν εξαιρούσανε  ηλικία ή άντρας ή γυναίκα. Ό,τι  έβρισκαν μπροστά τους σκοτώνανε  και όχι Γερμανοί. Γιατί εγώ  όταν ξεκίνησα να φύγω από το σπίτι  μας, που καιγόταν, να πάω στο βουνό, στον δρόμο εδώ ακριβώς κάνανε βόλτες Γερμανοί. Με είδανε, ούτε καν γύρισαν να μου μιλήσουν.

Δ: Ποιοι δηλαδή ήταν αυτοί; Οι Έλληνες;

Ν.Ε.: Αυτοί που σκοτώνανε ήταν Έλληνες, εγώ  δεν είδα Γερμανό να σκοτώνει. Οι Έλληνες, οι Έλληνες συνεργάτες των  Γερμανών και ύστερα από τόσα χρόνια, έχει τώρα, πόσα χρόνια έχει, έχει 4-5 χρόνια, παραπάνω πρέπει να έχει, με είδανε στην τηλεόραση που μιλούσα, οι ταγματασφαλίτες, που είχα συναντήσει εκείνο το βράδυ. Ο ένας που ήθελε να με σκοτώσει και ο άλλος που δεν τον άφηνε. Αυτοί νόμιζαν πως είχα πεθάνει. Σκέφτηκαν πως δεν θα μπορούσα να επιβιώσω μόνη μου μέσα στη νύχτα. Με είδανε στην τηλεόραση και πήρανε τηλέφωνο στην κοινότητα για να δουν αν θέλω να μιλήσουμε.

Δ: Και μιλήσατε με αυτούς;
Ν.Ε.: Ναι και  με πήρανε τηλέφωνο από την κοινότητα. Μου λένε θέλεις να μιλήσεις με έναν από  αυτούς που σε είδανε; Λέω βεβαίως  θέλω να του μιλήσω, να δω τι θα μου πει. Με  πήρε τηλέφωνο. Του δώσανε το τηλέφωνό μου και με πήρε. Μου λέει σε είδαμε στην τηλεόραση και στενοχωρηθήκαμε.  Πάρα πολύ λυπηθήκαμε. Γιατί λέω, επειδή ζω λυπηθήκατε; Είχατε την εντύπωση ότι πέθανα; Ναι λέει είχαμε την εντύπωση ότι είχες πεθάνει, δεν περιμέναμε να ζήσεις στα χάλια που σε είδαμε. Ήμουνα βουτηγμένη μέσα στο αίμα. Δικό μου αίμα αλλά και άλλων.  Ήταν λίμνη το αίμα όπως ξάπλωσα στους νεκρούς επάνω; Και τους λέω τι έγινε τώρα που με είδατε; Ζήτησαν να τους συγχωρήσω. Λέω ναι, αλλά δεν μου λες τώρα, τον ρωτάω,  εσύ ποιος είσαι από τους δυο; Τον έναν τον έλεγαν Βαγγέλη, τον άλλο Δημήτρη  
Δ: Τους  ξέρατε;

Ν.Ε.: Όχι, δεν  τους ήξερα. Αυτός  μου είπε στο τηλέφωνο, ήμασταν μαζί με τον Βαγγέλη, εγώ  λέγομαι Δημήτρης και ο άλλος  Βαγγέλης. Λέω ποιος όμως από τους δύο ήθελε να με σκοτώσει και ποιος δεν το άφηνε; Δεν το παραδέχτηκε. Όχι, δεν θέλαμε να σε σκοτώσουμε. Ε, πώς δεν θέλατε, αφού κατέβασε το όπλο από τον ώμο και τον έπιασες από τους ώμους να μη με σκοτώσει, πώς γίνεται αυτό; Μου ζήτησε να βρεθούμε από κοντά. Λέω έλα να πιούμε καφέ. Λέω, δεν μου λες σε παρακαλώ, πόση σύνταξη σε βγάλανε που σκότωνες τους ανθρώπους; Και μου το έκλεισε, όταν του το είπα. Μου το έκλεισε. Πέρασε  λίγος καιρός, ήταν Χριστούγεννα και περίμενα εγώ, λέω θα με ξανάπάρει αυτός τηλέφωνο για να μου ζητήσει πάλι συγχώρεση και πράγματι με πήρε.

Με  πήρε και λέει ποιος είναι στο  τηλέφωνο; Μήπως είσαι λέει η κόρη της; Δεν με κατάλαβε την δεύτερη  φορά που πήρε τηλέφωνο. Λέω εγώ  ναι, η κόρη της είμαι, τι θέλετε; Λυπηθήκαμε για την μαμά σας τόσο πολύ που πέρασε αυτά τα πράγματα και έχουμε και εμείς οικογένειες, έχουμε παιδιά, θέλουμε να ζητήσουμε συγχώρεση. Λέω δεν ξέρω, δεν είναι η μαμά μου  εδώ, αλλά δεν χρειάζεται ξανά συγχώρεση. Ας σας συγχωρήσει ο θεός. Τι άλλο να τους πεις;

Δ: Πώς εξηγείς  το ότι το χωριό που είχε γύρω στους 2.500 κόσμο, εκείνη την μέρα ήταν γύρω στα 149 άτομα, τα οποία έπιασαν και σκότωσαν. Πώς εξηγείς το ότι δεν είχαμε περισσότερα θύματα;

Ν.Ε.: Κοίταξε, άλλοι φύγανε στο βουνό. Να πρώτα-πρώτα  η θεία μου. Εγώ είχα μια θεία με τα παιδιά της και έφυγε και  πήγε στο βουνό. Όσοι φοβόντουσαν, πιο  δειλοί, φύγανε. Η αδερφή μου ξεκίνησε να φύγει, πήγε μέχρι το σημείο που σήμερα βρίσκεται το μνημείο και γύρισε πίσω. Τι, χαζή είμαι λέει; Έτσι θα σκοτώνουνε τον κόσμο; Εμείς δεν έχουμε ιδέα από τίποτα, γιατί να μας σκοτώσουν;

Δ: Δεν είχε γίνει κάτι παρόμοιο…

Ν.Ε.: Όχι. Τότε ο κόσμος, είχε συναναστροφές με τους Γερμανούς.

Δ: Οπότε δεν φοβότανε.

Ν.Ε.: Όχι, δεν  φοβότανε. Εμείς μικρά ήμασταν. Εδώ είχε βίλες, εβραίικες βίλες, όπου  καθόντουσαν Γερμανοί. Ερχόμασταν εδώ, στους Γερμανούς, παίζαμε, τους φέρναμε αυγά και μας έδιναν ζάχαρη που δεν είχαμε, κότες σφαγμένες και μας τις πλήρωναν. Δεν μας πείραζαν οι Γερμανοί καθόλου, δεν μας πείραζαν, τώρα ήταν αυτό το σύστημά τους; Ξέρω εγώ; Τώρα  τι έγινε στα τελευταία δεν ξέρω... Εκεί στα Καλάβρυτα, γυναίκες δεν σκοτώνανε, μονάχα άντρες και παιδιά από 12 χρονών και επάνω, από 12 χρονών και κάτω δεν σκοτώνανε. Τώρα  τι διαταγές είχανε και πώς τις  είχαν τις διαταγές δεν ξέρω. 

Δ: Μήπως η παρουσία του Σούμπερτ συνέβαλε στο να γίνουν πιο σκληροί… Μήπως έτσι μπορούμε να εξηγήσουμε γιατί σκοτώνανε όποιον έβρισκαν μπροστά τους;

Ν.Ε.: Ναι, κοίταξε  τώρα, για παράδειγμα αυτός ο ταγματασφαλίτης να τον πω εγώ, ο Δημήτρης όπως μου είπε ότι τον λένε, όταν τον ρώτησα πώς ήρθατε εσείς και σκοτώνατε; γιατί το κάνατε; Μου απάντησε ήταν 20 χρονών παιδιά, τους είπαν πηγαίνετε στον Χορτιάτη και ότι θέλετε κάντε. Τους διέταξαν οι Γερμανοί να έρθουν στον Χορτιάτη μου είπε. Και ήρθαν με τα GMC τότε, με τα στρατιωτικά τα αυτοκίνητα των Γερμανών. Και επειδή σας είπαν λέω ότι θέλετε κάντε, εσείς όποιον βρίσκατε σκοτώνατε; Αυτή ήταν η διαταγή που είχαμε μου είπε

indymedia

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

αποχαιρέτησε σήμερα τη ζωή ο Νίκος Κοεμτζής


Απεβίωσε λίγο μετά τις δύο το μεσημέρι μία από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της νεώτερης Ελλάδας. Ο άνθρωπος ο οποίος με ένα μαχαίρι σε ένα φονικό είχε δημιουργήσει αμέτρητους εχθρούς αλλά και φίλους, ο Νίκος Κοεμτζής.
Λίγο πριν τις δύο, περαστικοί εντόπισαν στο Μοναστηράκι έναν ηλικιωμένο άνδρα ο οποίος φαινόταν να είναι λιπόθυμος, οπότε και κάλεσαν το ΕΚΑΒ.
Οι άνδρες του ΕΚΑΒ, διαπιστώνοντας ότι ο 74χρονος ήταν χωρίς αισθήσεις, τον μετέφεραν στην Πολυκλινική Αθηνών.
Οι γιατροί και το προσωπικό της κλινικής αναγνώρισαν στον άνδρα τον Νίκο Κοεμτζή.
Επί 45 λεπτά προσπαθούσαν να τον επαναφέρουν στη ζωή, όμως ήταν ήδη αργά. Τα αίτια θανάτου του δεν έχουν ακόμα γίνει γνωστά.
Το ιστορικό μιας δολοφονικής παραγγελιάς
Ο Νίκος Κοεμτζής γεννήθηκε στο Αιγίνιο Πιερίας στις 17 Ιανουαρίου του 1938. Γιος του Παναγιώτη και της Αναστασίας Κοεμτζή.
Ο πατέρας του κομμουνιστής, μια ζωή στο κυνηγητό και στην παρανομία. Ο παππούς του βετεράνος και οι δύο κακοποιήθηκαν από τις αρχές της εποχής.
Τον Φεβρουάριο του 1973 μόλις είχε βγει από τη φυλακή όπου είχε καταδικαστεί για κλοπή και το Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 1973, το μοιραίο εκείνο Σάββατο, πήγε με την παρέα του στο νυχτερινό κέντρο "Νεράιδα", για να διασκεδάσουν.
Κάποια στιγμή ο αδελφός του Δημοσθένης έκανε παραγγελιά τις "Βεργούλες" του Μάρκου Βαμβακάρη και σηκώθηκε να χορέψει.
Μαζί με τον αδελφό του σηκώθηκαν και άλλοι τρεις θαμώνες, όλοι τους ασφαλίτες οι οποίοι προκάλεσαν και προσπάθησαν να βιαιοπραγήσουν εναντίον του .
Ξεκίνησε καβγάς και τότε ο Νίκος Κοεμτζής τράβηξε μαχαίρι και άρχισε να χτυπά με μανία. Αρχικά τους αστυνομικούς και μετά όποιον ήταν ή έμπαινε μπροστά του.
Το τραγικό αποτέλεσμα, ήταν τρεις νεκροί και οκτώ συνολικά τραυματίες.
Σύμφωνα με μία άποψη, οι αστυνομικοί ήξεραν ποιος είναι ο Κοεμτζής και θέλησαν να τον προκαλέσουν. Έτσι σηκώθηκαν να χορέψουν επίτηδες, παρά το ότι το τραγούδι είχε δηλωθεί ως παραγγελιά.
Η τιμωρία
Συνελήφθη ενώ είχε πυροβοληθεί και στα πόδια και καταδικάστηκε τρεις εις θάνατον. Ο αδελφός του Δημοσθένης σε τρία χρόνια φυλάκιση ενώ αθωώθηκε ένας τρίτος.
Επί τρία χρόνια περίμενε την εκτέλεσή του αλλά τελικά η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια.
Το 1996, το Δικαστικό Συμβούλιο της Πάτρας αποφυλάκισε το  Νίκο Κοεμτζή.
Από τότε ζούσε πουλώντας την αυτοβιογραφία του στο κέντρο της Αθήνας και αφού ο δήμος Αθηναίων του παραχώρησε άδεια μικροπωλητή.