Υλικό απο την δολοφονική βία των μπάτσων στη γενική απεργία 28-29/6

Υλικό απο την δολοφονική βία των μπάτσων στη γενική απεργία 28-29/6

βοηθήστε στην έρευνα σχετικά με την υλική βιωσιμότητα μιας κομμούνας σήμερα

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

άτιτλο


Mαρτυρίες από τις σφαγές και τις εκτελέσεις κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ (Δ): Εσείς καταρχήν πόσο χρονών ήσασταν;

ΝΑΝΑΚΟΥΔΗ ΕΛΕΝΗ (Ν.Ε.): Ήμουνα  δέκα, δέκα μισό.

Δ: Εσείς εκείνη την εποχή καταλαβαίνατε τι γινόταν στο χωριό με τους Γερμανούς;

Ν.Ε.: Ε, όχι, εγώ μικρή ήμουνα τότε, δέκα χρονών.Δεν ξέραμε τι μας περίμενε, δεν περιμέναμε τέτοια πράγματα, όχι. Εκείνη  την ημέρα ήρθανε, κατεβήκανε αντάρτες από πάνω από το βουνό, χτυπήσανε  έναν Γερμανό. Σκοτώσανε έναν, έναν τραυματίσανε και μετά φύγανε. Οι Γερμανοί ειδοποιήσανε στο Ασβεστοχώρι, ήταν δύναμη εκεί πέρα, Γερμανοί και Έλληνες συνεργάτες τους, και ήρθανε στο χωριό. Εμείς αμέριμνοι, ιδέα δεν είχαμε, καθίσαμε εδώ στο σπίτι, ήρθανε οι Γερμανοί, μας χτυπήσανε την πόρτα, ανοίξαμε, μας μαζέψανε, όσα γυναικόπαιδα βρήκανε. Εγώ ήμουνα με την μάνα μου και την αδερφή μου, μας πήγανε στον κήπο.

Δ: Διάβασα  ότι όταν έγινε το χτύπημα αυτό, πολλοί ειδοποιήθηκαν και έφυγαν στα βουνά.

Ν.Ε.: Όχι, δεν  ειδοποιήθηκαν πολλοί, απλώς όσοι φοβήθηκαν φύγανε στο  βουνό. Και η αδερφή μου ξεκίνησε να φύγει και ξαναγύρισε. Λέει γιατί να φύγω, τι φταίμε εμείς, τι ξέρουμε, δεν έχουμε ιδέα από τίποτα και γύρισε πίσω. Και μας μαζέψανε εδώ στον κήπο, στο  Μπαντάτσιο, ένα κέντρο που ήταν εκεί. Μας μαζέψανε, μας βάλανε και  καθίσαμε στην πίστα του κέντρου, εκεί μας βρίζανε Έλληνες. Όταν λέμε Έλληνες, εννοούμε συνεργάτες των Γερμανών. Μας βρίζανε, οι άντρες σας είναι αντάρτες μας λέγανε, οι γυναίκες έλεγαν όχι, στην δουλειά είναι, στα χωράφια είναι οι άντρες μας. Μετά, αφού συγκεντρωθήκαμε αρκετοί, ρωτούσαμε  τι θα γίνει, τι θα μας κάνουνε. Ήρθανε και τρία αγοράκια κλαίγοντας. Τα ρωτήσανε οι γυναίκες γιατί κλαίτε, γιατί σκοτώσανε την μαμά μας στην αυλή, της κόψανε τα δάχτυλα, της βγάλανε τα δαχτυλίδια και μετά την σκοτώσανε. Τότε καταλάβαμε τι μας περίμενε.

Δ: Πόσα  άτομα ήσασταν;

Ν.Ε.: Εμείς εδώ πρέπει να ήμασταν καμιά εβδομήντα  άτομα. Μας βάλανε τρεις-τρεις στην σειρά.  Ακούσαμε να λένε "πού θα τους πάμε να τους εκτελέσουμε". Κάποιος είπε στο νεκροταφείο. Άκουσα έναν άλλον να λέει, "όχι στο νεκροταφείο θα μας φύγουνε, είναι χαμηλός ο τοίχος. Μην μας φύγει κανείς". Αντίθετα, ο φούρνος ήταν εδώ δίπλα στο σπίτι μας. "Θα τους βάλουμε μέσα στο φούρνο, είναι μεγάλο το οίκημα, θα χωρέσουνε", είπε κάποιος άλλος.

Δ: Εσείς τα ακούγατε όλα αυτά.

Ν.Ε.: Βέβαια  τα άκουγα. Μόλις άκουσα τι λέγανε κρεμάστηκα από της  αδερφής μου το λαιμό και της είπα θα μας σκοτώσουνε. "Όχι εσάς" μου είπε, "εμάς τους μεγάλους, τα μικρά δεν  τα σκοτώνουν" μου είπε η αδερφή μου. Είκοσι χρονών ήταν αυτή. Ανοίξανε τις πόρτες, μας βάλανε στον φούρνο, εμείς που ήμασταν  από τις πρώτες στην γραμμή ανεβήκαμε  στο ζυμωτήριο επάνω. Μας είπαν  να καθίσουμε. Καθίσαμε, στήσανε μπροστά  ένα πολυβόλο στην πόρτα, στο ζυμωτήριο  επάνω και άρχισαν να μας ρίχνουν. Σκοτώθηκε η μαμά μου πρώτα, μετά η αδερφή μου, μετά άρχισαν να φέρνουν δέματα χόρτα και μας τα έριξαν πάνω μας. Βάλανε φωτιά. Είδα μία  κυρία κατέβαινε με το μωρό της  αγκαλιά, πιάστηκα πίσω από την ρόμπα της και κατέβηκα κάτω. Εκεί  ήταν όλοι σκοτωμένοι και κάτω γεμάτο με νεκρούς. Η κυρία αυτή δρασκέλισε την πόρτα  να κατεβεί, εκείνη την ώρα βρέθηκαν μπροστά της, εγώ θα τους πω ταγματασφαλίτες, και άκουσα που να της λένε "κυρία μου που πας;" και την  μαχαίρωσαν.

Έπεσε αυτή ανάμεσα στην πόρτα, εγώ όπως ήμουνα μικρή δεν με είδανε πίσω. Μπήκα κάτω από τον πάγκο και  δεν με είδανε. Πέρασε  λίγη ώρα και βγήκα. Είδα ησυχία εκεί στην αυλή και βγήκα άκουσα κουβέντες στον δρόμο. Που να πάω; Και έξω στην αυλή είχε σκοτωμένους αρκετούς, όσοι δεν χωρούσαν τους σκοτώνανε στην αυλή και έπεσα μπρούμυτα εκεί επάνω στους σκοτωμένους και έκανα τη νεκρή. Εκεί  πέρασε αρκετή ώρα, δίπλα μου ήταν μια κυρία, θήλαζε το μωρό της. Ήταν νεκρή και το μωρό θήλαζε. Μια έκλαιγε, μια θήλαζε, ήρθαν οι ταγματασφαλίτες και βλέπανε το μωρό και γελούσαν που θήλαζε από την μάνα. Εν  τω μεταξύ αυτή αιμοραγούσε ακόμα. Επάνω  μου ερχόταν όλο το αίμα, αλλά δεν μιλούσαμε.  Τίποτα κανείς. Άρχισαν να μας κλoτσάνε μήπως έχει κανέναν ζωντανό, αλλά δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί ο κόσμος ακόμα ξεψυχούσε και δεν μπορούσαν να καταλάβουν ποιος ήταν ζωντανός ποιος ήταν νεκρός. Εκεί  περίμενα λιγάκι. Αρχισε να βραδιάζει, άρχισε να καίγεται το οίκημα, ο φούρνος. Δεν μπορούσαμε να καθίσουμε άλλο, δίπλα ήταν το σπίτι μας, πήγα εκεί.

Δ: Ήταν  και άλλοι μαζί σας;

Ν.Ε.: Όχι, εκείνη την ώρα ήμουν μόνη μου. Όλοι οι άλλοι ήταν σκοτωμένοι. Όταν ξεκίνησα να βγω ήταν και δύο παιδάκια πίσω από την πόρτα. Δύο μικρά παιδάκια, αλλά τα έχασα, δεν ξέρω που πήγαν. Εγώ βγήκα έξω, πήγα στο σπίτι το δικό μας που ήταν δίπλα. Δεν ξέρω από πού φύγανε και πώς γλιτώσανε τα παιδάκια αυτά. Από εκεί, από το σπίτι, μόλις βράδιασε, ξεκίνησα να πάω, στα χωράφια. Θυμήθηκα ότι ο μπαμπάς μου ήταν στο χωράφι και ξεκίνησα για το βουνό να πάω να τον  βρω. Δύο ώρες δρόμο μακριά. Στον  δρόμο με βρήκανε κάτι χωριανοί, είδανε που περπατούσα και με βοήθησαν. Εν  τω μεταξύ, εκεί που ανέβαινα στο βουνό, δύο ταγματασφαλίτες με βρήκανε. Αυτοί έκαναν βόλτες, είχαν τα όπλα στους ώμους και κατέβαιναν προς τα κάτω.

Ένας  πήγε από εδώ, ένας από εκεί και  εγώ στην μέση περίμενα να δω τι θα κάνουν. Κατέβασε το όπλο ο ένας να με σκοτώσει, ο άλλος δεν τον άφησε. "Όχι" λέει δεν θα το σκοτώσεις. Θα το σκοτώσω. "Πού είναι η μαμά σου;" με ρώτησαν. Τους είπα ότι την σκοτώσανε. "Ο μπαμπάς σου αντάρτης είναι;" ρώτησαν. "Όχι στο χωράφι είναι", απάντησα. "Και τώρα που θα πας;", είπαν. "Στον μπαμπά μου", είπα. Θα  το σκοτώσω ο ένας, όχι ο άλλος, εγώ περίμενα. Εν τω μεταξύ ήμουν τραυματισμένη, δεν το είχα πάρει είδηση. Στα πόδια μου και στο χέρι μου, τότε είδα. Επειδή την αδερφή μου την κρατούσα αγκαλιά, πέρασε η σφαίρα από της αδερφής μου το κεφάλι και μου έμεινε εδώ στο δικό μου το χέρι και ήταν όλο τούφες από τα μαλλιά της που τραβούσα. Τότε κατάλαβα ότι ήμουνα τραυματισμένη και στα πόδια.

Με  άφησαν αυτοί. Είπε ο ένας στον άλλον, δεν χόρτασες, σκότωσες, έκλεψες. Όχι απαντάει και άλλο θέλω, τι είμαι σαν και εσένα, λέει, που δεν έκλεψες ούτε ένα καλούπι σαπούνι. Οι  δυο τους τώρα μαλώνουνε, εγώ περιμένω… Πάνε μικρή μου, λέει,  εδώ στο  ρέμα να μην σε πιάσει καμιά σφαίρα, να μην σε σκοτώσει κανείς. Εγώ νόμιζα πως θα γυρίσω την πλάτη και θα με τουφεκίσουνε και πήγαινα πίσω-πίσω. Λέει ο ένας:  Όχι μη φοβάσαι δεν θα τον αφήσω να σε σκοτώσει. Πήγα στο ρέμα, κάθισα λίγο. Μόλις πήρε και βράδιασε τότε έφυγα, πήγα στο βουνό, με συνόδευσε ένας χωριανός μας, με βρήκε στον δρόμο και με πήγε στον πατέρα μου.      

Δ: Ο οποίος δεν ήξερε τίποτα;

Ν.Ε.: Είδαν τον καπνό και τους ειδοποίησαν  μην κατεβείτε στο χωριό, γιατί  το χωριό το καίνε, αλλά δεν ήξεραν ότι σκοτώνανε και τον κόσμο. Εγώ ήξερα που ήταν το χωράφι. Ήρθε ο πατέρας μου και με πήρε. Τι να με κάνει νύχτα στο βουνό; Έβγαλε  το πουκάμισό του, το έσκισε, μου έριξε  ούζο και καπνό στα τραύματά μου  και με το πουκάμισό έδεσε  τις πληγές.

Δ: Του είπατε;

Ν.Ε.: Που είναι  η μαμά; ρώτησε. Την σκοτώσανε. Πού είναι η αδερφή σου; Την σκοτώσανε…

Δ: Μετά  γυρίσατε;

Ν.Ε.: Που να γυρίσουμε; Το χωριό στάχτη, το σπίτι  στάχτη, που να γυρίσουμε. Με πήρε καβάλα στο άλογο ο μπαμπάς μου  και ο αδερφός μου, που ήταν μαζί με τον μπαμπά μου. Μας είπανε πως έχει αντάρτες στην Περιστερά και να πάμε εκεί. Εκεί πήγαμε. Προσπάθησαν να μου καθαρίσουν τις πληγές. Στέγνωσε ο καπνός και δεν έβγαινε με τίποτα. Εγώ έκλαιγα ο γιατρός μου έδωσε  και ένα  χαστούκι γιατί  έκλαιγα. Από εκεί ήρθαν οι Γερμανοί, μας πήρανε είδηση, τους ειδοποιήσανε ότι στην Περιστερά έχει αντάρτες και ήρθανε με τα αεροπλάνα και άρχισαν χαμηλά να ρίχνουν. Από εκεί, από ρέμα σε ρέμα, με είχανε με ένα φορείο, μια παλιά κουρελού και δύο ξύλα και με κουβαλούσανε μέσα στα βουνά. Πήγαμε  στο Λιβάδι, εκεί είχε αντάρτες. Εκεί κάθε μέρα με αλλάζανε τις πληγές, αλλά το χέρι μου άρχισε να παθαινει σαν  γάγγραινα, είχε μολυνθεί.

Δ: Δεν είχαν  βγάλει την σφαίρα;

Ν.Ε.: Όχι, δεν  το ήξεραν, δεν μπορούσε να το καταλάβει ο γιατρός, είχε παραμορφωθεί η παλάμη μου. Είχε και έναν Ιταλό γιατρό αιχμάλωτο, που του είπε πως το παιδί έχει σφαίρα μέσα στο χέρι του. Όχι, δεν έχει, θα κόψουμε το χέρι, του απαντούσε. Μάλιστα είπε πως αύριο στις δέκα θα πάμε να κόψουμε το χέρι του παιδιού. Ο Ιταλός είπε στον πατέρα μου, πως θα έρθει κρυφά τη νύχτα, να μην φοβηθεί, και θα βγάλει τη σφαίρα από το χέρι μου. Είπε στον πατέρα μου να μη φοβηθεί, για να μην τον πάρουν είδηση και τον σκοτώσουν. Πράγματι, τη νύχτα σηκώθηκε κρυφά, ήρθε με τον αναπτήρα του μπαμπά μου και το σακάκι, στο εκκλησάκι που κοιμόμασταν, έξω από το Λιβάδι, για να μη φανεί φως μέσα στη νύχτα στο βουνό και μου έβγαλε το μολύβι.  Την άλλη μέρα, η ώρα δέκα που ετοίμασαν  τα πάντα να μου κόψουν το χέρι, άρχισε ο Μάριος, Μάριο τον έλεγαν, να λέει γιατρέ βλέπω το χέρι πάει καλύτερα. Ναι, ναι είπε και ο γιατρός, δεν  θα το κόψουμε, πάει προς το καλύτερο. Με γλίτωσαν από εκεί το χέρι μου. Και έτσι, σιγά-σιγά, συνήλθα.   

Δ: Μετά  τι κάνατε; Γυρίσατε;

Ν.Ε.:  Μετά  γυρίσαμε. Ύστερα από 15 μέρες. Από εκεί μας κυνήγησαν τα αεροπλάνα, οι Γερμανοί και βρεθήκαμε στο Πετροκέρασο. Εκεί  καθίσαμε λίγο καιρό, αλλά εγώ δεν  γινόταν να καθίσω, δεν γιατρευόμουνα  με τα φάρμακα που είχαν οι αντάρτες. Δεν μπορούσα. Και με πήρε ο μπαμπάς μου με κατέβασε, στον Άγιο Βασίλη, είχα μία θεία που είχε ένα σπίτι στο Πετροκέρασο. Και εκεί κάθε μέρα με πήγαιναν στους γιατρούς, μου φτιάχνανε τα τραύματά μου.

Δ: Αυτά  έγιναν το ’44;

Ν.Ε.: Το ’44, σε λίγο καιρό φύγανε και οι Γερμανοί, αλλά ήταν εμείς να περάσουμε την  μπόρα αυτή.

Δ: Είχε  αντάρτες τότε στον Χορτιάτη;

Ν.Ε.: Ε, στο  βουνό θα είχε, αλλά μήπως ξέραμε εμείς. Δεν είχαμε ιδέα εμείς τι είχε και τι δεν είχε. Μπορεί οι μεγάλοι  να είχανε, εγώ δεν ήξερα  τέτοια πράγματα.

Δ: Πόσοι σκοτώθηκαν;

Ν.Ε.: 149 άτομα.

Δ: Και πάρα πολλά παιδιά...
Ν.Ε.: Παιδιά, γέροι, νέοι. Δεν εξαιρούσανε  ηλικία ή άντρας ή γυναίκα. Ό,τι  έβρισκαν μπροστά τους σκοτώνανε  και όχι Γερμανοί. Γιατί εγώ  όταν ξεκίνησα να φύγω από το σπίτι  μας, που καιγόταν, να πάω στο βουνό, στον δρόμο εδώ ακριβώς κάνανε βόλτες Γερμανοί. Με είδανε, ούτε καν γύρισαν να μου μιλήσουν.

Δ: Ποιοι δηλαδή ήταν αυτοί; Οι Έλληνες;

Ν.Ε.: Αυτοί που σκοτώνανε ήταν Έλληνες, εγώ  δεν είδα Γερμανό να σκοτώνει. Οι Έλληνες, οι Έλληνες συνεργάτες των  Γερμανών και ύστερα από τόσα χρόνια, έχει τώρα, πόσα χρόνια έχει, έχει 4-5 χρόνια, παραπάνω πρέπει να έχει, με είδανε στην τηλεόραση που μιλούσα, οι ταγματασφαλίτες, που είχα συναντήσει εκείνο το βράδυ. Ο ένας που ήθελε να με σκοτώσει και ο άλλος που δεν τον άφηνε. Αυτοί νόμιζαν πως είχα πεθάνει. Σκέφτηκαν πως δεν θα μπορούσα να επιβιώσω μόνη μου μέσα στη νύχτα. Με είδανε στην τηλεόραση και πήρανε τηλέφωνο στην κοινότητα για να δουν αν θέλω να μιλήσουμε.

Δ: Και μιλήσατε με αυτούς;
Ν.Ε.: Ναι και  με πήρανε τηλέφωνο από την κοινότητα. Μου λένε θέλεις να μιλήσεις με έναν από  αυτούς που σε είδανε; Λέω βεβαίως  θέλω να του μιλήσω, να δω τι θα μου πει. Με  πήρε τηλέφωνο. Του δώσανε το τηλέφωνό μου και με πήρε. Μου λέει σε είδαμε στην τηλεόραση και στενοχωρηθήκαμε.  Πάρα πολύ λυπηθήκαμε. Γιατί λέω, επειδή ζω λυπηθήκατε; Είχατε την εντύπωση ότι πέθανα; Ναι λέει είχαμε την εντύπωση ότι είχες πεθάνει, δεν περιμέναμε να ζήσεις στα χάλια που σε είδαμε. Ήμουνα βουτηγμένη μέσα στο αίμα. Δικό μου αίμα αλλά και άλλων.  Ήταν λίμνη το αίμα όπως ξάπλωσα στους νεκρούς επάνω; Και τους λέω τι έγινε τώρα που με είδατε; Ζήτησαν να τους συγχωρήσω. Λέω ναι, αλλά δεν μου λες τώρα, τον ρωτάω,  εσύ ποιος είσαι από τους δυο; Τον έναν τον έλεγαν Βαγγέλη, τον άλλο Δημήτρη  
Δ: Τους  ξέρατε;

Ν.Ε.: Όχι, δεν  τους ήξερα. Αυτός  μου είπε στο τηλέφωνο, ήμασταν μαζί με τον Βαγγέλη, εγώ  λέγομαι Δημήτρης και ο άλλος  Βαγγέλης. Λέω ποιος όμως από τους δύο ήθελε να με σκοτώσει και ποιος δεν το άφηνε; Δεν το παραδέχτηκε. Όχι, δεν θέλαμε να σε σκοτώσουμε. Ε, πώς δεν θέλατε, αφού κατέβασε το όπλο από τον ώμο και τον έπιασες από τους ώμους να μη με σκοτώσει, πώς γίνεται αυτό; Μου ζήτησε να βρεθούμε από κοντά. Λέω έλα να πιούμε καφέ. Λέω, δεν μου λες σε παρακαλώ, πόση σύνταξη σε βγάλανε που σκότωνες τους ανθρώπους; Και μου το έκλεισε, όταν του το είπα. Μου το έκλεισε. Πέρασε  λίγος καιρός, ήταν Χριστούγεννα και περίμενα εγώ, λέω θα με ξανάπάρει αυτός τηλέφωνο για να μου ζητήσει πάλι συγχώρεση και πράγματι με πήρε.

Με  πήρε και λέει ποιος είναι στο  τηλέφωνο; Μήπως είσαι λέει η κόρη της; Δεν με κατάλαβε την δεύτερη  φορά που πήρε τηλέφωνο. Λέω εγώ  ναι, η κόρη της είμαι, τι θέλετε; Λυπηθήκαμε για την μαμά σας τόσο πολύ που πέρασε αυτά τα πράγματα και έχουμε και εμείς οικογένειες, έχουμε παιδιά, θέλουμε να ζητήσουμε συγχώρεση. Λέω δεν ξέρω, δεν είναι η μαμά μου  εδώ, αλλά δεν χρειάζεται ξανά συγχώρεση. Ας σας συγχωρήσει ο θεός. Τι άλλο να τους πεις;

Δ: Πώς εξηγείς  το ότι το χωριό που είχε γύρω στους 2.500 κόσμο, εκείνη την μέρα ήταν γύρω στα 149 άτομα, τα οποία έπιασαν και σκότωσαν. Πώς εξηγείς το ότι δεν είχαμε περισσότερα θύματα;

Ν.Ε.: Κοίταξε, άλλοι φύγανε στο βουνό. Να πρώτα-πρώτα  η θεία μου. Εγώ είχα μια θεία με τα παιδιά της και έφυγε και  πήγε στο βουνό. Όσοι φοβόντουσαν, πιο  δειλοί, φύγανε. Η αδερφή μου ξεκίνησε να φύγει, πήγε μέχρι το σημείο που σήμερα βρίσκεται το μνημείο και γύρισε πίσω. Τι, χαζή είμαι λέει; Έτσι θα σκοτώνουνε τον κόσμο; Εμείς δεν έχουμε ιδέα από τίποτα, γιατί να μας σκοτώσουν;

Δ: Δεν είχε γίνει κάτι παρόμοιο…

Ν.Ε.: Όχι. Τότε ο κόσμος, είχε συναναστροφές με τους Γερμανούς.

Δ: Οπότε δεν φοβότανε.

Ν.Ε.: Όχι, δεν  φοβότανε. Εμείς μικρά ήμασταν. Εδώ είχε βίλες, εβραίικες βίλες, όπου  καθόντουσαν Γερμανοί. Ερχόμασταν εδώ, στους Γερμανούς, παίζαμε, τους φέρναμε αυγά και μας έδιναν ζάχαρη που δεν είχαμε, κότες σφαγμένες και μας τις πλήρωναν. Δεν μας πείραζαν οι Γερμανοί καθόλου, δεν μας πείραζαν, τώρα ήταν αυτό το σύστημά τους; Ξέρω εγώ; Τώρα  τι έγινε στα τελευταία δεν ξέρω... Εκεί στα Καλάβρυτα, γυναίκες δεν σκοτώνανε, μονάχα άντρες και παιδιά από 12 χρονών και επάνω, από 12 χρονών και κάτω δεν σκοτώνανε. Τώρα  τι διαταγές είχανε και πώς τις  είχαν τις διαταγές δεν ξέρω. 

Δ: Μήπως η παρουσία του Σούμπερτ συνέβαλε στο να γίνουν πιο σκληροί… Μήπως έτσι μπορούμε να εξηγήσουμε γιατί σκοτώνανε όποιον έβρισκαν μπροστά τους;

Ν.Ε.: Ναι, κοίταξε  τώρα, για παράδειγμα αυτός ο ταγματασφαλίτης να τον πω εγώ, ο Δημήτρης όπως μου είπε ότι τον λένε, όταν τον ρώτησα πώς ήρθατε εσείς και σκοτώνατε; γιατί το κάνατε; Μου απάντησε ήταν 20 χρονών παιδιά, τους είπαν πηγαίνετε στον Χορτιάτη και ότι θέλετε κάντε. Τους διέταξαν οι Γερμανοί να έρθουν στον Χορτιάτη μου είπε. Και ήρθαν με τα GMC τότε, με τα στρατιωτικά τα αυτοκίνητα των Γερμανών. Και επειδή σας είπαν λέω ότι θέλετε κάντε, εσείς όποιον βρίσκατε σκοτώνατε; Αυτή ήταν η διαταγή που είχαμε μου είπε

indymedia

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

αποχαιρέτησε σήμερα τη ζωή ο Νίκος Κοεμτζής


Απεβίωσε λίγο μετά τις δύο το μεσημέρι μία από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της νεώτερης Ελλάδας. Ο άνθρωπος ο οποίος με ένα μαχαίρι σε ένα φονικό είχε δημιουργήσει αμέτρητους εχθρούς αλλά και φίλους, ο Νίκος Κοεμτζής.
Λίγο πριν τις δύο, περαστικοί εντόπισαν στο Μοναστηράκι έναν ηλικιωμένο άνδρα ο οποίος φαινόταν να είναι λιπόθυμος, οπότε και κάλεσαν το ΕΚΑΒ.
Οι άνδρες του ΕΚΑΒ, διαπιστώνοντας ότι ο 74χρονος ήταν χωρίς αισθήσεις, τον μετέφεραν στην Πολυκλινική Αθηνών.
Οι γιατροί και το προσωπικό της κλινικής αναγνώρισαν στον άνδρα τον Νίκο Κοεμτζή.
Επί 45 λεπτά προσπαθούσαν να τον επαναφέρουν στη ζωή, όμως ήταν ήδη αργά. Τα αίτια θανάτου του δεν έχουν ακόμα γίνει γνωστά.
Το ιστορικό μιας δολοφονικής παραγγελιάς
Ο Νίκος Κοεμτζής γεννήθηκε στο Αιγίνιο Πιερίας στις 17 Ιανουαρίου του 1938. Γιος του Παναγιώτη και της Αναστασίας Κοεμτζή.
Ο πατέρας του κομμουνιστής, μια ζωή στο κυνηγητό και στην παρανομία. Ο παππούς του βετεράνος και οι δύο κακοποιήθηκαν από τις αρχές της εποχής.
Τον Φεβρουάριο του 1973 μόλις είχε βγει από τη φυλακή όπου είχε καταδικαστεί για κλοπή και το Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 1973, το μοιραίο εκείνο Σάββατο, πήγε με την παρέα του στο νυχτερινό κέντρο "Νεράιδα", για να διασκεδάσουν.
Κάποια στιγμή ο αδελφός του Δημοσθένης έκανε παραγγελιά τις "Βεργούλες" του Μάρκου Βαμβακάρη και σηκώθηκε να χορέψει.
Μαζί με τον αδελφό του σηκώθηκαν και άλλοι τρεις θαμώνες, όλοι τους ασφαλίτες οι οποίοι προκάλεσαν και προσπάθησαν να βιαιοπραγήσουν εναντίον του .
Ξεκίνησε καβγάς και τότε ο Νίκος Κοεμτζής τράβηξε μαχαίρι και άρχισε να χτυπά με μανία. Αρχικά τους αστυνομικούς και μετά όποιον ήταν ή έμπαινε μπροστά του.
Το τραγικό αποτέλεσμα, ήταν τρεις νεκροί και οκτώ συνολικά τραυματίες.
Σύμφωνα με μία άποψη, οι αστυνομικοί ήξεραν ποιος είναι ο Κοεμτζής και θέλησαν να τον προκαλέσουν. Έτσι σηκώθηκαν να χορέψουν επίτηδες, παρά το ότι το τραγούδι είχε δηλωθεί ως παραγγελιά.
Η τιμωρία
Συνελήφθη ενώ είχε πυροβοληθεί και στα πόδια και καταδικάστηκε τρεις εις θάνατον. Ο αδελφός του Δημοσθένης σε τρία χρόνια φυλάκιση ενώ αθωώθηκε ένας τρίτος.
Επί τρία χρόνια περίμενε την εκτέλεσή του αλλά τελικά η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια.
Το 1996, το Δικαστικό Συμβούλιο της Πάτρας αποφυλάκισε το  Νίκο Κοεμτζή.
Από τότε ζούσε πουλώντας την αυτοβιογραφία του στο κέντρο της Αθήνας και αφού ο δήμος Αθηναίων του παραχώρησε άδεια μικροπωλητή.

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

Πολυπολιτισμικότητα και παγκοσμιοποίηση, δυο έννοιες που δεν πρέπει να συγχέονται!


Πολλοί πιστεύουν πως οι πολυπολιτισμικές κοινωνίες είναι αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης. Αναλύοντας όμως περισσότερο μια Δυτική κοινωνία, βλέποντας τα δεδομένα από μια πιο πολυδιάστατη οπτική γωνία αυτό που συνειδητοποιούμε είναι πως οι πολυπολιτισμικές κοινωνίες δημιουργήθηκαν σε αντίθεση με τα συμφέροντα που υποκινούν την παγκοσμιοποίηση.
Στην πραγματικότητα οι κοινωνίες που ζούμε (και κατά συνέπεια ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά των Δυτικών κοινωνιών) είναι πολύ πιο μονοπολιτισμικές από ότι δείχνουν. Οι λόγοι: Όλα τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, σε όλο τον κόσμο κάνουν τα πάντα προκειμένου να προωθήσουν έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής εύκολα αποδεκτό από τις μάζες, το γνωστό “American Lifestyle” όπως ανέφερα παραπάνω. Θα θεωρούσαμε απόλυτα φυσιολογικό να βλέπαμε μια παρέα Μογγολέζων να τραγουδάει ένα διάσημο Αμερικάνικο ποπ άσμα παρότι ένα πηγαδάκι Αμερικάνών εφήβων να διασκεδάζει με μογγολέζικη μουσική! Φανταστείτε μια μπάντα Ινδονησιακής μουσικής (διάσημοι στον τόπο τους) να περιοδεύουν στις Η.Π.Α! Στις μεγάλες μητροπόλεις, όπως Νέα Υόρκη για παράδειγμα, ελάχιστο ποσοστό ανθρώπων θα ενδιαφέρονταν να παρακολουθήσει ζωντανά μια συναυλία τους. Κατά πάσα πιθανότητα θα αφορούσε μόνο τους μετανάστες από την Ινδονησία που ζουν στις Η.Π.Α και ίσως ένα μικρότατο ποσοστό λευκών Αμερικάνών. Τι θα γινόταν όμως αν μια διάσημη ποπ Αμερικάνίδα τραγουδίστρια επισκεπτόταν την Τζακάρτα (πρωτεύουσα της Ινδονησίας;) Είναι σαφέστατα λογικό πως στις Η.Π.Α κυριαρχεί ο Αμερικάνικός τρόπος ζωής, όμως στην Ινδονησία το “American Lifestyle” κυριαρχεί κι εκεί επίσης, όπως και σχεδόν παντού, και μάλιστα έναντι των τοπικών παραδόσεων!

Σε πρώτη φάση λοιπόν ταυτίζουμε το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης με ένα είδος «πολιτισμικού ιμπεριαλισμού», ως αποτέλεσμα της οικονομικής εξάπλωσης του νεο-φιλελεύθερου μοντέλου στην Ανατολή. Η επικρατούσα Αμερικάνική κουλτούρα πλέον είναι γεγονός. Εδώ και πολλές δεκαετίες η λογική της ευκολίας και ο ματεριαλιστικός κομφορμισμός έχουν κυριαρχήσει στην καθημερινή μας ζωή, κάτι που πολλοί Έλληνες αριστεροί και καλλιτέχνες είχαν προσπαθήσει να εμποδίσουν στο παρελθόν, όπως αναφέρει παραπάνω ο Ηλίας Πετρόπουλος.
Εφόσον λοιπόν απορρίπτουμε το ενδεχόμενο οι Δυτικές πολυπολιτισμικές κοινωνίες να είναι παράγωγα της παγκοσμιοποίησης, τότε σε τι οφείλουν την ύπαρξή τους; Είναι το αποτέλεσμα διαφόρων κοινωνικών αγώνων που έλαβαν μέρος κατά την διάρκεια των προηγούμενων δεκαετιών, αγώνες που έγιναν σε αντίθεση με τα συμφέροντα των τότε κεφαλαιοκρατών, όπου οι μετανάστες απαίτησαν ίσα δικαιώματα και ευκαιρίες με τον γηγενή πληθυσμό. Χάρη σε αυτούς τους αγώνες λοιπόν οι Ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι σήμερα εν μέρη πολυπολιτισμικές, και λέω «εν μέρη» γιατί χρειάζονται περισσότερες προσπάθειες για να γίνουν πραγματικά πολυπολιτισμικές. Γιατί άλλωστε, όσο λιγότερη γκετοποίηση υφίσταται μεταξύ ατόμων διαφορετικού πολιτισμικού υπόβαθρου, τόσο περισσότερο διαπολιτισμική και δικαιότερη γίνεται μια κοινωνία, κάτι που φυσικά έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των κεφαλαιοκρατών (θα δούμε παρακάτω) και συνεπώς της παγκοσμιοποίησης που δεν τίποτα παραπάνω από παράγωγο του καπιταλισμού!
Πιο αναλυτικά: Στον Δυτικό κόσμο κάποιες κοινωνικές κατακτήσεις θεωρούνται πλέον πάγιες. Για παράδειγμα, 150 χρόνια πριν, ήταν αποδεκτό το εισαγόμενο εργατικό δυναμικό από την Ασία να αμείβεται χαμηλότερα από ότι ένας ντόπιος εργάτης. Οι κεφαλαιοκράτες εξ αρχής δεν ενδιαφέρονταν φυσικά να δημιουργήσουν μια κοινωνία με «ίσα δικαιώματα και ευκαιρίες». (Κάτι τέτοιο, άλλωστε, φαντάζει παραμύθι για μικρά παιδιά.) Λόγω των αποικιών κατάφεραν ώστε να εισάγουν έναν μεγάλο αριθμό ατόμων (αλλόφυλων φυσικά) στην Ευρώπη όχι για να βελτιώσουν το βιωτικό τους επίπεδο αλλά για να εργαστούν έναντι εξευτελιστικών μεροκάματων σε δουλειές που κάποιος Ευρωπαίος θα απέφευγε. Κι εδώ βγαίνει η απάντηση στα ερωτήματα 1) πως η πολυπολιτισμική κοινωνία είναι ενάντια στα συμφέροντα του κεφαλαίου ενώ βλέπουμε πως στην πράξη οι ίδιοι οι κεφαλαιοκράτες είναι υπεύθυνοι για την παρουσία αλλόφυλων στην Ευρωπαϊκή επικράτεια και 2) πως αποκλείουμε την ύπαρξη κάποιας συνωμοσίας που στόχο έχει την πολιτισμική αλλοίωση των Ευρωπαϊκών λαών:
Βεβαίως η άρχουσα τάξη ήθελε τον εισαγόμενο αυτόν πληθυσμό σκλάβο της. Ο Βρετανικός νόμος, για παράδειγμα, υποχρέωνε έναν Βρετανό εργοδότη να πληρώνει το λιγότερο με 10 λίρες την ημέρα έναν Άγγλο εργάτη για ένα συγκεκριμένο χρόνο εργατοδουλειάς. Ο  Ασιάτης όμως επιτρέπονταν να αμείβεται πολύ λιγότερο. Σήμερα μια τέτοια πράξη είναι παράνομη και διώκεται πολύ αυστηρά είτε στην Βρετανία είτε σε οποιαδήποτε άλλη Δυτική χώρα (κυρίως της Βόρειας Ευρώπης). Τι ήταν αυτό όμως που άλλαξε ριζικά τα δρώμενα και βοήθησε τις μειονότητες να ξεφύγουν από την δουλεία;
Αν ανατρέξουμε στην σύγχρονη Βρετανική ιστορία θα δούμε πως τα χρόνια από την δεκαετία του 50 μέχρι και τα μέσα του 80 είναι ιδιαίτερα ταραγμένα σε ότι αφορά τις σχέσεις μεταναστών/γηγενών (όπως πάνω κάτω και σε όλο τον Δυτικό κόσμο). Μεγάλοι κοινωνικοί αγώνες έλαβαν μέρος, εξεγέρσεις μειονοτήτων για ίσα δικαιώματα (με αποκορύφωμα το Civil Rights Movement στις Η.Π.Α), γεγονότα που βοήθησαν τις καταπιεσμένες μειονότητες να ενισχύσουν τον ρόλο τους στην κοινωνία. Βεβαίως και η άρχουσα τάξη, όσο και αν ευθύνεται για την παρουσία αλλόφυλων στην Ευρωπαϊκή επικράτεια με σκοπό την εύκολη και γρήγορη εξυπηρέτηση των οικονομικών συμφερόντων της δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβάλλουσα στην  διαμόρφωση μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας. Τι θα εμπόδιζε τους λευκούς Αμερικάνούς να εφαρμόσουν στον μαύρο πληθυσμό ότι ακριβώς εφάρμοσαν και στα εκατομμύρια των Ινδιάνων ή στην Ευρωπαϊκή μπουρζουαζία να εγκαθιδρύσει ένα ακόμα απολυταρχικό καθεστώς και να στείλει στον θάνατο όλους τους (κατώτερους φυλετικά γι’ αυτούς) μετανάστες που βρίσκονταν στην επικράτειά της αν δεν υπήρχε έστω και η στοιχειώδης αντίσταση; Συνεπώς, ναι, οφείλουμε να παραδεχτούμε πως η οικονομική μετανάστευση είναι καπιταλιστικής φύσης. Θα πρέπει όμως να διαχωρίσουμε το αυτονόητο δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης μέσα σε έναν κόσμο δίχως σύνορα και εδαφικούς περιορισμούς, από την εξαναγκαστική μετακίνηση πληθυσμών, φτηνών σκλάβων στα σύγχρονα φέουδα.
Η πολυπολιτισμική κοινωνία όμως, οφείλει την ύπαρξή της στους αγώνες για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη και όχι σε κάποια «κρυφή ατζέντα μιας παγκόσμιας συνωμοσίας που στόχο της έχει βάλει την εθνική μας ταυτότητα» όπως θέλει η χυδαία προπαγάνδα της άκρας δεξιάς να μας κάνει να πιστέψουμε. Αντιθέτως η ολοκληρωτική γκετοποίηση είναι αυτό που η ελίτ των Δυτικών κοινωνιών, οι συντηρητικοί απομονωτιστές και οι φιλελεύθεροι λάτρεις του κοσμοπολιτισμού προσπαθούν επιβάλουν και όχι η αρμονική συμβίωση των πολιτισμικά διαφορετικών ατόμων, έχοντας ως στόχο τους οι μετανάστες να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως φτηνό εργατικό δυναμικό. Γιατί δεν μπορούμε να λέμε πως η παρουσία και μόνο κάποιας μειονότητας με διαφορετικά ήθη και έθιμα καθιστά μια κοινωνία πολυπολιτισμική. Θα πρέπει οι παραδόσεις  όλων των πολιτισμικά διαφορετικών ομάδων να έρχονται σε άμεση επαφή μεταξύ τους για να λέμε πως έχουμε να κάνουμε με μια πολυπολιτισμικής φύσης κοινωνία. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο και έγινε λόγος παραπάνω για «εν μέρη πολυπολιτισμικές κοινωνίες». Διότι η γκετοποίηση, παρά του ότι υπάρχουν πάρα πολλοί (μαύροι, κίτρινοι, λευκοί) που ζουν σε πλήρη αρμονία μεταξύ τους, δεν έχει εξαφανιστεί. Είναι ένα φαινόμενο ακόμα ορατό στα άθλια προάστια των μεγαλουπόλεων, κάτι που φυσικά σημαίνει πως ο αγώνας για κοινωνική δικαιοσύνη θα πρέπει να συνεχιστεί. (Αξίζει κανείς να διαβάσει το “Native Son” του Richard Wright που περιγράφει την ζωή των Αφρο-Αμερικάνών στα γκέτο και καταγγέλλει την Αμερικάνική κοινωνία ως ντιβιζιονιστική παρά πολυπολιτισμική).
Αν για παράδειγμα, σε μια Γερμανική πόλη ενός εκατομμυρίου γηγενούς πληθυσμού υπάρχουν 20.000 Ιάπωνες μετανάστες που ζουν στο περιθώριο τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για πολυπολιτισμική κοινωνία εφόσον δεν υπάρχουν άμεσες αλληλεπιδράσεις του Γερμανικού με τον Ιαπωνικό τρόπο ζωής. Πόσο μάλλον όταν τόσο ο Γερμανός όσο και ο Ιάπωνας μετανάστης σκέφτονται με βάση την Αμερικάνική λογική του fast-food lifestyle, της εύρεσης όσο το δυνατό πιο υψηλόμισθης εργασίας γίνεται, της αγοράς αυτοκινήτου, κατοικίας, μια λογική που παγκοσμίως πλέον επικρατεί! Τότε αυτό που βλέπουμε είναι πως στην ουσία η κοινωνία έχει Αμερικάνοποιηθεί λόγω του προωθούμενου μοντέλου της παγκοσμιοποίησης. Αντιθέτως, η παγκοσμιοποίηση είναι μονοπολιτισμικής φύσης.
Όπως βλέπουμε, τα δικαιώματα των μειονοτήτων στις Δυτικές κοινωνίες κερδήθηκαν σε αντίθεση με τον καπιταλισμό και το εθνο-συντηρητικό status quo που τον προστάτευε. Συνεπώς η άρχουσα τάξη δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιήσει τους ντόπιους αλλόφυλους ως φτηνό εργατικό δυναμικό λόγω του φραγμού που έθεσαν οι κοινωνικοί αγώνες των προηγούμενων δεκαετιών στην εκμετάλλευσή τους. Προκειμένου όμως να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν γίνεται περισσότερο κέρδος, μειώνοντας τα έξοδα της παραγωγής, αναγκάζεται να στείλει τα εργοστάσια κατασκευής  βασικών προϊόντων στις φτωχές Ανατολικές χώρες. Για να μπορέσουν όμως αυτές οι χώρες να προσφέρουν φτηνό εργατικό δυναμικό θα πρέπει με κάποιο τρόπο να υποβαθμιστεί το βιωτικό τους επίπεδο  (εμφύλιοι πόλεμοι, στρατιωτικές δικτατορίες) και φυσικά για να γίνει άμεσα εκμεταλλεύσιμο ένα κομμάτι του πληθυσμού τους ως φτηνοί μισθωτοί θα πρέπει να εισαχθεί το δυτικό lifestyle ως ιδανικό που θα επιβληθεί στον παραδοσιακό τρόπο ζωής και θα τον αποδυναμώσει ώστε να αρχίσουν οι κάτοικοι να υιοθετούν το απάνθρωπο ντρεσάρισμα της Δύσης, τους Δυτικούς κανόνες ηθικής εργασίας (work ethics) προκειμένου αυξήσουν τις παραγωγικές τους δυνατότητες στο ακέραιο μέσα σε έναν «ορθολογικό» παγκόσμιο ανταγωνισμό.
Στο σημείο αυτό, θα ήταν αναγκαίο να ξεκαθαριστεί το εξής: ο όρος «πολυπολιτισμική κοινωνία» είναι λάθος καθώς δεν περιγράφει στο ακέραιο το πρότυπο που θα πρέπει να θέσουμε σε ότι αφορά την συνύπαρξη ανθρώπων με διαφορετικό υπόβαθρο. Η ακριβής περιγραφή του δικού μας προτάγματος ακούει στο όνομα    δ ι α π ο λ ι τ ι σ μ ι κ ή    κ ο ι ν ω ν ί α. (Ο όρος και μόνο πολυπολιτισμικότητα αναφέρεται στην φιλελεύθερη προσέγγιση του κοινωνικού αυτού μοντέλου, τον κοσμοπολίτικο πολυφιλετισμό).
Ανακεφαλαιόνωντας: Η διαπολιτισμική κοινωνία έρχεται σε απόλυτη ρήξη με την παγκοσμιοποίηση η οποία προωθεί την Αμερικάνοποίηση της κοινωνίας. Διαπολιτισμική κοινωνία δεν σημαίνει μετατροπή της κοινωνίας σε μια καταναλωτική μάζα που δίχως επιλογή ακολουθεί ένα mainstream lifestyle όπως η συντηρητική-δεξιά προπαγάνδα προσπαθεί να παρουσιάσει. Η διαπολιτισμική κοινωνία αφορά την αρμονική συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμικών στοιχείων αλλά και η γεφύρωση πάσης φύσεως χάσματος και μίσους μεταξύ δύο διαφορετικών κοινωνικών ομάδων, με απώτερο στόχο την από κοινού προσπάθεια για την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής μας. (Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο θα πρέπει βέβαια να μειωθεί και ο παραγωγισμός, και συνεπώς ο οικονομικός ανταγωνισμός που δημιουργεί φυλετικές εντάσεις και τριβές μεταξύ ανθρώπων. Η κοινωνική ανισότητα του καπιταλισμού, εκφράζεται επίσης και ως φυλετική ανισότητα.)
Απο την άλλη πλευρά  ο Αμερικάνισμός, που όπως θέσαμε παραπάνω, αποτελεί προϊόν της παγκοσμιοποίησης, δεν είναι κάτι παραπάνω από μία μορφή εξάλειψης της διαφορετικότητας μέσω της συνεχόμενης προβολής ενός μοντέλου ζωής εύκολα αποδεκτού από ένα μεγάλο σύνολο του πληθυσμού. Παγκοσμιοποίηση σημαίνει επικράτηση μιας κυρίαρχης κουλτούρας ως παράγωγο της ανεξέλεγκτης οικονομικής ανάπτυξης σε κάθε άνθρωπο. Απεναντίας, η διαπολιτισμική κοινωνία επιδιώκει την ένωση της διαφορετικότητας και όχι την εξάλειψή της. Αποσκοπεί στην κοινωνική πρόοδο και όχι την καταρράκωση των διαφόρων πολιτισμικών επιτευγμάτων στον βωμό της βιομηχανοποίησης και του κέρδους. Ένα παράδειγμα ανθρώπου επηρεασμένου από την λαίλαπα της παγκοσμιοποίησης θα μπορούσε να θεωρηθεί κάποιος που έχει εθιστεί στην ιδιώτευση, στον υπερκαταναλωτισμό, στην έλλειψη οραμάτων, στην μίμηση κάποιας ανόητης τηλεπερσόνας… Σε αντίθεση, ο διαπολιτισμικός άνθρωπος έρχεται σε επαφή με διαφορετικούς πολιτισμούς και άτομα διαφορετικής κουλτούρας προσπαθώντας έτσι να αποκτήσει μια πιο σφαιρική εικόνα για τον κόσμο και την θεώρηση των καταστάσεων. Παράλληλα ανακαλύπτει την χρυσή τομή μεταξύ των διαφορετικών πολιτισμών, δηλαδή κοινά γνωρίσματα που θα πρέπει να τεθούν ως κοινές αξίες για όλους τους ανθρώπους, με σκοπό να γεφυρωθεί κάθε είδους πολιτισμικό χάσμα και να επικρατήσει αρμονία και ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ κάθε ανθρώπου (πολιτισμική δημοκρατία).
Αποκρούοντας τον εθνικισμό!
Οι εθνικιστές που από πάντα εμφανίζονται ως οι φανατικοί πολέμιοι των διαπολιτισμικών κοινωνιών, στην ουσία κατηγορούν κάτι που δεν υπάρχει(αναφέρομαι κυρίως στην Ελλάδα μιας και στις κοινωνίες όπου το πολυπολιτισμικό μοντέλο έχει υλοποιηθεί ως ένα βαθμό ισχύουν άλλα σενάρια, παρόμοια μεν, ωστόσο παρουσιάζουν μερικές διαφορές)Είναι οι μόνοι που δεν καταφέρνουν να ξεδιαλύνουν τις τεράστιες διαφορές μεταξύ διεθνισμού και παγκοσμιοποίησης. Η παγκοσμιοποίηση δεν ενδιαφέρεται για το αν οι άνθρωποι είναι ενωμένοι ή διχασμένοι. Δεν προβάλει κάποια κοινή πολιτισμική αξία, αλλά επιβάλει έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής σε άλλους ανθρώπους. (Πιο λαϊκά, θα μπορούσαμε να θέσουμε το εξής ερώτημα: Διεθνισμός από κάτω ή από πάνω και μόνο για τους πάνω;)
Στην ουσία, το σύστημα της αστικής δημοκρατίας μοιάζει να λειτουργεί σαν δίπολο. Από την μια πλευρά, ακολουθεί μια προοδευτική σοσιαλ-φιλελεύθερη γραμμή που τάσσεται υπέρ των δικαιωμάτων των μεταναστών και των μειονοτήτων θέτοντας σε εφαρμογή τους περιβόητους νόμους της πολιτικής ορθότητας όπως, ποινικοποίηση του ρατσιστικού λόγου και απαγόρευση πολλών νεοναζιστικών κομμάτων. (Θα μπορούσε κανείς να πει πως αυτού του είδους η πολιτική ορθότητα είναι αποτέλεσμα των κοινωνικών αγώνων βάση προηγουμένων δεκαετιών. Έν μέρη αυτό ισχύει). Αυτού του είδους λοιπόν η επιφανειακή πολιτική υπεράσπισης των δικαιωμάτων των μεταναστών δικαιώνει και τον αντιρατσισμό της αριστεράς. Πάνω σε αυτήν την πολιτική πατά η άκρα δεξιά. Χρησιμοποιεί τους νόμους της πολιτικής ορθότητας ως αφορμή για να εξαπολύσει την δήθεν αντικαθεστωτική της προπαγάνδα αγνοώντας πως στην πραγματικότητα το κατεστημένο δεν είναι αυτό που υποκρίνεται, μια φιλελεύθερη δημοκρατία που υπερασπίζεται τον αδύναμο μετανάστη. Αυτήν την όψη της αστικής δημοκρατίας βλέπουν λοιπόν οι εθνικιστές, πως έχουμε να κάνουμε με ένα καθεστώς που υπερασπίζεται το δίκαιο των μεταναστών που αυτοί θεωρούν ως απειλή για την φυλετική τους καθαρότητα. Όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Έχει περάσει πλέον ο καιρός όπου ο φιλελευθερισμός διατηρούσε ένα αριστερίστικο προφίλ, όπως εκφραζόταν μέσα από τις κεντροαριστερές κυβερνήσεις οι οποίες πλέον δίνουν την θέση τους στην συντηρητική κεντροδεξιά. (Για μια ακόμη φορά, ωστόσο, βλέπουμε την άκρα δεξιά να βασίζεται σε λάθος συμπεράσματα. Άλλωστε σχεδόν όλοι οι εθνικιστές βασίζουν τα επιχειρήματά τους συχνά σε μεταφυσικές ερμηνείες ή θεωρίες συνωμοσίας και όχι σε κάποια ορθολογική ανάλυση των δομών μιας κοινωνίας. Ακόμη και όταν προσποιούνται πως ερμηνεύουν τα γεγονότα βάση αποδείξεων, καταφεύγουν σε επιφανειακές αναλύσεις που δείχνει πως στην πραγματικότητα αδυνατούν να ξεφύγουν από τις ανόητες μεταφυσικές, ανορθολογικές τους προσεγγίσεις).
Το ψεύτικο προσωπείο της δίκαιης κοινωνίας που προηγουμένως είχε υιοθετήσει η αστική δημοκρατία έχει αρχίσει να πέφτει, όπως θα έλεγε και ο Ζίζεκ στο Liberal Utopia, αλλάζοντας τα δεδομένα. Αυτό θα μπορούσε να μας βοηθήσει για το ξεμπρόστιασμα της άκρας δεξιάς που στην ουσία δεν είναι και τόσο αντικαθεστωτική όπως προσπαθεί να πείσει το απολιτικ κοινό. Και αυτό το προσωπείο δεν ήρθε ελέω καπιταλισμού αλλά όπως είπαμε και παραπάνω α) λόγω των πιέσεων που άσκησε το αντιρατσιστικό μέτωπο αλλά και β) λόγω της αυξανόμενης ζήτησης εργατικών χεριών σε δουλειές που πολλοί Ευρωπαίοι θα απέφευγαν, δεν υπήρχε άλλη λύση εκτός από την αναζήτηση ξένου εργατικού δυναμικού. Οι (νέο)φιλελεύθεροι αστοί, ακολουθώντας πιστά το ψευτο-ορθολογικό δόγμα του καπιταλισμού, δηλώνουν πως δεν είναι ρατσιστές (και έτσι είναι) αλλά αυτό που βλέπουμε κάθε μέρα όλο και περισσότερο είναι τις δημοκρατικά εκλεγμένες μας κυβερνήσεις να λαμβάνουν όλο και πιο αυστηρά αντιμεταναστευτικά μέτρα. Γι’ αυτούς πλέον η μετανάστευση θα πρέπει να περιοριστεί, όχι γιατί η ένταξη μεταναστών μέσα στην κοινωνία αποτελεί απειλή για την καθαρότητα της φυλής των γηγενών, αλλά γιατί ο ερχομός τους «συμπιέζει τις θέσεις εργασίας» και προκαλεί «έξαρση της εγκληματικότητας», κοινώς προξενεί προβλήματα στην ομαλή λειτουργία της ελεύθερης αγοράς σε σχέση με παλαιότερα όπου δεν υπήρχαν προσκόμματα στην ελεύθερη οικονομία. Πλέον οι μετανάστες δεν χρειάζονται μιας και η οικονομία αιμορραγεί. Δεν υπάρχουν θέσεις εργασίας γι’ αυτούς. Έτσι λοιπόν, οι (νέο)φιλελεύθεροι με την στάση τους (μέτρα για ανασύσταση του καπιταλισμού και προστασία της ντόπιας οικονομίας από την περαιτέρω άνοδο της ανεργίας) δικαιώνουν αλλά και συμβάλουν στην άνοδο της άκρας δεξιάς βρίσκοντας κοινό έδαφος μαζί της. (Φυσικά οι καπιταλιστές αποφεύγουν οποιαδήποτε συζήτηση για το οικονομικό σύστημα ως αιτία για την άνοδο του φασισμού).
Ανακεφαλαιώνοντας: Η διαπολιτισμική γεννιέται όταν ο γηγενής πληθυσμός είναι σε θέση να παράσχει βοήθεια σε ανθρώπους που δεν μπορούν να κατανοήσουν τις βασικές αξίες μιας ελεύθερης προοδευτικής κοινωνίας! Έχουμε ποτέ προσπαθήσει να εντάξουμε επιτυχώς στην κοινωνία μας μια από τις ποιο ευπαθής μειονότητες, τους μουσουλμάνους ή τους τσιγγάνους; Έχουμε κάνει αρκετές προσπάθειες ώστε να κατανοήσουμε την ψυχοσύνθεσή τους, τους λόγους που τους οδηγούν στην εσωστρέφεια, στο περιθώριο και την θρησκοληψία; Έχουμε προσπαθήσει ποτέ να εισχωρήσουμε στον εσωτερικό τους κόσμο ώστε να εντοπίσουμε και να εξαλείψουμε τους παράγοντες που καθιστούν αυτούς τους ανθρώπους αιχμάλωτους θρησκευτικών προκαταλήψεων αντί να πέφτουμε θύματα εύπεπτων ρατσιστικών θεωριών συνωμοσίας περί «εξισλαμισμού» ή ύπαρξης κάποιας «ατζέντας που στόχο έχει την πολιτισμική μας αλλοίωση»;
Μια επαναστατική πολιτική σήμερα δεν μπορεί να είναι παρά διεθνιστική. Οι λαοί δεν έχουν να μοιράσουν μεταξύ τους, τίποτα, έχουν όλοι τους ανοιχτό λογαριασμό με τους διευθύνοντες και τους προνομιούχους που είναι παντού, η ίδια, στην ουσία, φάρα, και τελικά συνδεδεμένοι και αλληλέγγυοι είτε λέγονται «Αμερικάνοί», είτε «Ρώσοι», είτε «Κινέζοι», είτε «Γάλλοι», είτε «Έλληνες», είτε «Τούρκοι».
Κορνήλιος Καστοριάδης, Το επαναστατικό πρόβλημα σήμερα

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

Αυτονόητες απαντήσεις στις αυτονόητες απαντήσεις

Του Θάνου Ανδρίτσου*

Αυτονόητες απαντήσεις στις αυτονόητες απαντήσεις. (Σκέψεις απέναντι στο άρθρο του Ι. Πρετεντέρη στα Νέα, την Τετάρτη 31 Αυγούστου)

Έτυχε και εγώ, να διαβάσω το τελευταίο κείμενοτου Ι. Πρετεντέρη. Έφτασα σε αυτό μέσα από τις οργισμένες αναδημοσιεύσεις που αρκετοί γνωστοί μου έκαναν στο internet. Διαβάζοντας το, όλων των ειδών τα συναισθήματα με διέτρεξαν, μέχρι που κατέληξα στην γνώριμη αδιαφορία για τον ίδιο, τη δημοσιογραφία που επιτελεί και τα επιχειρηματικά συμφέροντα που εκφράζει. Ωστόσο αμέσως μετά σκέφτηκα να γράψω μια απάντηση. Όχι για να τη διαβάσει ο ίδιος, ούτε βέβαια διότι κατέχω τα μέσα ώστε η άποψή μου να φτάσει στα αυτιά του κόσμου που απευθύνονται τα κυρίαρχα ΜΜΕ. Αλλά γιατί, έστω και αν το κάνω μόνο για μένα, η λάσπη πρέπει κάποια στιγμή να απαντιέται, πρέπει να έχουμε την πίστη ότι μπορούμε και επιβάλλεται να απαντάμε σε αυτή τη θλιβερή συμμορία μικρών γκεμπελίσκων που αποτελούν τη δημοσιογραφική στρατιά της κυβέρνησης, του μνημονίου και του κεφαλαίου. Δεν αρκεί πια μόνο η οργή και τα συνθήματα που φωνάζουμε εναντίον τους στις πορείες. Μπορούμε με λόγια και με πράξεις να ανατρέψουμε την επιρροή που έχουν στις συνειδήσεις ενός κομματιού της κοινωνίας, που βέβαια είναι σήμερα μικρότερη από ποτέ.

Τι λέει λοιπόν το κείμενο αυτό; Εκφράζει κάποια βαθιά ανάλυση ή πρόταση που να δικαιολογεί τους παχυλούς μισθούς του; Μάλλον σαν μια βαρετή επανάληψη της βασικής γραμμής του υπουργείου ενάντια στις κινητοποιήσεις στην εκπαίδευση εδώ και χρόνια φαίνεται. Με ένα ενδιαφέρον όμως στοιχείο. Την κεντρικότητα που προσδίδει στους φοιτητές, όχι βέβαια σε αυτούς τους «φοιτητοπατέρες», «τους αριστερούς», «τους επαγγελματίες συνδικαλιστές» αλλά  στη υποτιθέμενη μεγάλη μάζα των «καλών φοιτητών» που θέλουν να σπουδάσουν και καμία σχέση δε θέλουν να έχουν με τις κινητοποιήσεις αυτές.

Αναρωτιέται: «Αν οι Σύγκλητοι, οι πρυτάνεις και οι λοιποί πανεπιστημιακοί αναστατώσουν ή αναβάλουν ή παρεμποδίσουν τις εξεταστικές περιόδους στα πανεπιστήμια, ποιον ακριβώς τιμωρούν; Τον Παπανδρέου; Τη Διαμαντοπούλου; Την τρόικα; Τον καπιταλισμό; Ή μήπως τους συνεπείς φοιτητές που έχουν κοπιάσει γι’ αυτές τις εξεταστικές περιόδους; … Αν οι Σύγκλητοι, οι πρυτάνεις και οι λοιποί πανεπιστημιακοί σε συνεργασία με τα διάφορα ακροαριστερά γκρουπούσκουλα και παρατάξεις κλείσουν τα πανεπιστήμια, ποιος θα ζημιωθεί; Η κυβέρνηση; Η Ευρωπαϊκή Ένωση; Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο; Ή μήπως τα παιδιά που σκοτώθηκαν να μπουν στα πανεπιστήμια, οι οικογένειές τους που ξοδεύουν και όσοι φοιτητές πασχίζουν να γίνουν καλοί επιστήμονες και επαγγελματίες;».

Ωραία ερωτήματα και πασιφανής η ύστατη επιλογή να παρουσιάσει τις κινητοποιήσεις ως μια συμφωνία των πρυτάνεων με τις παρατάξεις ώστε να μη χάσουν τα προνόμια που θεωρητικά χτυπάει ο νόμος της Διαμαντοπούλου. Μήπως όμως οι ερωτήσεις έπρεπε να είναι διαφορετικές; Αν οι φοιτητές δεν αντισταθούν, αν όλα όσα περιγράφει αυτός ο καταστροφικός νόμος περάσουν, αν οι σχολές μετατραπούν σε Α.Ε., αν τα πτυχία γίνουν κουρελόχαρτα πολλών βαθμίδων που δεν εγγυώνται τίποτα, αν μπουν δίδακτρα, καταργηθεί το άσυλο και η ακαδημαϊκή ελευθερία, αν επιβληθεί ένα αυταρχικό- αντιδημοκρατικό μοντέλο λειτουργίας και σπουδών ποιος θα κερδίσει; Οι φοιτητές, τα παιδιά των φτωχών οικογενειών, οι σημερινοί και μελλοντικοί εργαζόμενοι που θα πεταχτούν έξω από την εκπαίδευση, που θα χάσουν ακόμα και τα σημερινά λιγοστά συλλογικά κεκτημένα τους, ή οι επιχειρηματίες που χρόνια τώρα εποφθαλμιούν να βάλουν το χέρι τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και οι κυβερνήσεις που θέλουν να τελειώνουν με τη διαρκή εστία αμφισβήτησης που είναι το φοιτητικό κίνημα; Ή επιτέλους ας απαντηθεί το βασικό ερώτημα: Ποιοι ευθύνονται για την κατάσταση που βρίσκεται η χώρα σήμερα, για την πείνα και τη φτώχεια που κατακλύζει την κοινωνία, για το ξεπούλημα των πάντων, μεταξύ αυτών και της εκπαίδευσης; Μήπως οι μαλλιάδες και τεμπέληδες φοιτητές, μήπως οι πρυτανικές αρχές, μήπως οι μικροπωλητές στο Σύνταγμα, μήπως οι ακροαριστεροί; Ή μήπως τα λαμόγια της αγοράς, οι απατεώνες των τραπεζών, οι άθλιοι αντιδραστικοί πολιτικοί, το ίδιο το σύστημα τελικά; Όλοι αυτοί που τώρα υμνεί ο κ. Πρετεντέρης και το υπουργείο Τύπου της κυβέρνησης στο οποίο δουλεύει, όλοι αυτοί που τώρα θα φέρουν την αλλαγή στα πανεπιστήμια.

Όμως το θέμα είναι πιο βαθύ. Συνεχίζει παρακάτω: «Όλη αυτή η αναίτια αναταραχή προκύπτει από μια βασική παρανόηση: ότι τα πανεπιστήμια υπάρχουν για τους πανεπιστημιακούς, τους πρυτάνεις, τις Συγκλήτους, τις παρατάξεις, τις εκλογές, τους διορισμούς, τα νταραβέρια συνδικαλιστών και συνδικαλιζόμενων. Ε, λοιπόν, όχι. Τα πανεπιστήμια σε ολόκληρο τον κόσμο υπάρχουν για τους φοιτητές. Υπάρχουν για να διδάσκουν, να εκπαιδεύουν και να διαμορφώνουν τους νέους ανθρώπους. Αυτοί είναι οι πρωταγωνιστές.» Εδώ φαίνεται με καλύτερο τρόπο η επίσημη γραμμή προπαγάνδας.
Είναι αλήθεια ότι ο μόνος τρόπος για να στρέψει την κοινή γνώμη υπέρ των αλλαγών είναι ότι απέναντι τους στρέφεται μονάχα μια μειοψηφία βολεμένων στο πανεπιστήμιο που φοβούνται μήπως χάσουν τα προνόμια τους. Βεβαίως και η κοινωνία μισεί αυτούς και τα αλισβερίσια τους. Ποιους όμως έχει στο μυαλό της; Τους κομματικούς στρατούς των κυβερνητικών παρατάξεων, τους εγκάθετους καθηγητές- εκπροσώπους της κυβέρνησης και των επιχειρήσεων, τους προέδρους της ΠΑΣΠ, της ΔΑΠ, τους εκπροσώπους τους στην ΕΦΕΕ, ποιους δηλαδή; Το σύνολο των υπουργών, βουλευτών, γραμματέων στα υπουργεία, δημοσιογράφων, επιστημονικών συμβούλων κ.α., όλο δηλαδή τον αστικό θίασο που σε αγαστή συνεργασία ψήφισε αυτό το νομοσχέδιο. Το μόνο κακό είναι ότι αυτοί δεν είναι και δεν ήταν ποτέ το φοιτητικό κίνημα. Αποτελούσαν σαφώς κομμάτι του μηχανισμού των πανεπιστημίων ή και του φοιτητικού συνδικαλισμού, αλλά το φοιτητικό κίνημα απέχει πολύ από αυτά. Το φοιτητικό κίνημα είναι κίνημα, είναι εξ ορισμού μαζικό, πλειοψηφικό βγαλμένο από μαζικές δημοκρατικές διαδικασίες, σπλάχνο των πιο σημαντικών και ηρωικών στιγμών του ελληνικού λαού. Επομένως καλά θα κάνει ο κ. Πρετεντέρης να περάσει μια βόλτα από τις σχολές (μεταμφιεσμένος ίσως γιατί ακόμα και χωρίς άσυλο οι λακέδες του συστήματος πάντα είναι καλύτερα μέσα στις περίφραχτες επαύλεις του) και να δει τις γενικές συνελεύσεις, τα ασφυκτικά γεμάτα αμφιθέατρα που ψηφίζουν με συντριπτικές πλειοψηφίες καταλήψεις. Οι φοιτητές δεν είναι ένα ασπόνδυλο σώμα, ένα άθροισμα ατομικοτήτων, έχουν ακόμα διαφυλάξει τη συλλογικότητα και τις δομές που μπορεί να εκφραστεί. Έτσι η «φωνή» των φοιτητών δε βγαίνει από δημοσκοπήσεις, στημένα ντοκιμαντέρ ή ψευδή δημοσιεύματα, αλλά από τα συλλογικά τους όργανα και μάλιστα το πιο δημοκρατικό από όλα, τη Γενική Συνέλευση.

Όμως ο κ. Πρετεντέρης δεν είναι αδιάβαστος μόνο σε αυτό. Μιλάει για τα πανεπιστήμια σε όλο τον κόσμο ξεχνώντας το βασικό: Ότι σε όλο τον κόσμο, αυτό το μοντέλο εκπαίδευσης που σήμερα εφαρμόζεται στην Ελλάδα, το μοντέλο της Μπολόνια, του ΔΝΤ, του ΟΟΣΑ είναι πλήρως αποτυχημένο. Έχει οδηγήσει στο πέταγμα έξω από την εκπαίδευση τεράστια κομμάτια της κοινωνίας, έχει κάνει ολόκληρες γενιές φοιτητών χρεωμένες για μια ζωή για να σπουδάσουν και κυρίως έχει πυροδοτήσει ένα πρωτοφανές κύμα αγώνων από την Αγγλία και την Ευρώπη, μέχρι την εξέγερση στη Χιλή εναντίον του. Μπράβο λοιπόν στον κ. Πρετεντέρη, έβαλε ένα ακόμα βέλος στη φαρέτρα του κινήματος, τον πραγματικό διεθνισμό που δεν είναι των διεθνών συμφωνιών ή των οργανισμών εκμετάλλευσης αλλά του αγωνιζόμενου λαού.

Φτάνοντας στο τέλος του κειμένου του αποφασίζει να γίνει πιο σαφής: «Όταν, λοιπόν, μιλάμε για πανεπιστήμια το ζητούμενο είναι τι ωφελεί την εκπαιδευτική διαδικασία και τι συμβάλλει στην παραγωγή αξιόπιστων επιστημόνων και επαγγελματιών. Το ζητούμενο δεν είναι τι βολεύει τους πανεπιστημιακούς, ούτε τι γουστάρουν οι ακροαριστερές παρατάξεις ούτε τι πρεσβεύει για την κοινωνική ανατροπή η όποια νεαντερτάλιος Αριστερά. Κι όταν μιλάμε για σύστημα διοίκησης των πανεπιστημίων, το ζητούμενο είναι ένα: πώς θα διοικούνται τα πανεπιστήμια πιο ορθολογικά, πιο αποτελεσματικά και πιο αξιοκρατικά. Για έναν πολύ απλό λόγο: για να παραγάγουν όχι οπαδούς του ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά ανθρώπους που πιστεύουν στην αξιοκρατία, στην αποτελεσματικότητα και στον ορθό λόγο». Να λοιπόν η κατακλείδα, να οι υπαίτιοι. Είναι οι ακροαριστεροί, οι ΕΑΑΚιτες, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Είναι αλήθεια ότι μιας και είμαι και εγώ ένας από αυτούς, θα μπορούσα να μην πω τίποτα γιατί μάλλον μόνο καλό κάνει η επίθεση από τον εχθρό σου. Η κοινή γραμμή Πρετεντέρη, Άδωνη (των μαλλιάδων, άπλυτων νεάτερνταλ) δεν επιτίθεται μόνο στην πολιτική θέση της αριστεράς, αλλά απευθύνεται στο θυμικό, θέλει να πείσει ότι αυτοί είναι κάτι μιάσματα της κοινωνίας, απόβλητα που πρέπει να παταχτούν. Από μια έννοια είναι πολύ αστείο πόσο ολόιδια είναι  η γραμμή που ακολουθούν ιστορικά. Σε ένα κείμενό του ο Δ. Γληνός το 1928 έγραφε για τη συζήτηση που γινόταν για το πρόβλημα της Παιδείας: (ολόκληρο εδώ) «Ο καθένας, όπου μισεί, εκεί και λαλεί και καταλαλεί. Φταίει ο Βενιζέλος, φταίει το Πανεπιστήμιο, φταίνε οι καθηγητές της Μέσης Παιδείας, φταίνε οι δημοδιδάσκαλοι, φταίνε οι ελληνοδιδάσκαλοι, φταίει ο πόλεμος, φταίνε τα θρανία, φταίνε οι μιστοί, φταίει το Κράτος, μα προ πάντων φταίνε οι μαλιαροί, οι κομουνιστές, οι άθεοι. Ποιοι άλλοι;» Όμως δυστυχώς για αυτούς, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η ΕΑΑΚ, δεν αποτελείται από Βίκινγκς, ούτε από νίντζα αλλά από απλούς ανθρώπους που είναι δίπλα στη σχολή, στο χώρο δουλειάς, στη γειτονία. Είναι οι άνθρωποι αυτοί που μοχθούν όπως οι άλλοι, που πιστεύουν ότι μπορεί να υπάρχει και ένας άλλος δρόμος έξω από τη βαρβαρότητα του καπιταλισμού, και ίσως γίνουν και νίντζα για να το κατακτήσουν. Όμως το πρόβλημα τους το πιο μεγάλο δεν είναι το τι ακριβώς είναι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά η αυταπάτη τους ότι η μάχη στα πανεπιστήμια και σε όλη την κοινωνία είναι μάχη εκπορευόμενη απλά από κάποιες δυνάμεις. Πόσο πολύ θα εκπλαγούν ότι θα δουν ότι ο αγώνας βρίσκεται ριζωμένος βαθιά στη ψυχή εκατοντάδων χιλιάδων νέων και δεν πρόκειται να τον αφήσουν εύκολα.

Παραμένει βέβαια αισιόδοξος στο τέλος του κειμένου του: «Την αναταραχή, βεβαίως, δεν θα τη γλιτώσουμε – για την ακρίβεια: δεν θα τη γλιτώσουν οι δυστυχείς φοιτητές… Ούτως ή άλλως, τα πιο αναχρονιστικά στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας έχουν εδώ και χρόνια μετατρέψει τα πανεπιστήμια σε προνομιακό χώρο επιρροής τους. Δεν θα παραιτηθούν αμαχητί από το βιλαέτι τους. Έχω την αίσθηση, όμως, ότι αυτή τη φορά θα δώσουν μια μάχη οπισθοφυλακής, καταδικασμένη εκ των προτέρων. Όχι μόνο επειδή συσπειρώνουν απέναντί τους τη συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας. Αλλά κυρίως επειδή οι νησίδες υστέρησης και καθυστέρησης που συγκροτούν δεν μπορούν να αντέξουν στον καθαρό αέρα». Δεν θα εξετάσω εδώ το μέλλον του κινήματος που ελπίζω ότι θα είναι μακρύ αλλά μόνο τη συμβουλή που δίνει σε εμάς ο κ. Πρετεντέρης. Ποια είναι; Ότι το θέμα περισσότερο από ποτέ θα κριθεί στην πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας. Για αυτή θα δώσουμε τη μάχη, για να μπορούν τα παιδιά της να σπουδάζουν και να ζουν με αξιοπρέπεια. Μαζί με αυτή θα δώσουμε τη μάχη, για να ανατρέψουμε την πολιτική που μας διαλύει. Να λοιπόν το στοίχημα: Πως όλοι μαζί, εργαζόμενοι και νεολαία θα μπούμε μπροστά, και αν αυτό το θεωρεί ο κ. Πρετεντέρης υστέρηση και καθυστέρηση, έχει καλώς. Εγώ το θεωρώ πρόοδο και ελπίδα.

«Δεν τους τελειώνει ένας νόμος. Τους τελειώνει η ζωή». Έτσι κλείνει το άρθρο του ο κ. Πρετεντέρης. Έτσι θα κλείσω και εγώ. Δεν αγωνιζόμαστε για ένα νόμο. Αγωνιζόμαστε για τη ζωή.

Είπα ψέματα. Θα κλείσω πάλι με μερικές φράσεις του Δ. Γληνού, τόσο επίκαιρες σήμερα (ολόκληροεδώ): «Μ’ ερωτάτε να σας πω κι εγώ, ποιοι δρόμοι ανοίγονται μπροστά σας και φυσικά ποιον από όλους να ακολουθήσετε… Ν’ ακολουθήσετε τη φωνή της συνείδησής σας, γιατί μέσα σε αυτή θα μιλάει και κάτι πλατύτερο από το άτομο σας, η κοινωνική και ταξική συνείδηση, που ζει χωρίς άλλο μέσα σας. Οι δρόμοι που ανοίγονται σήμερα μπροστά σας, δεν είναι πολλοί, είναι δύο. Είτε το θελήσετε να τους αναγνωρίσετε είτε όχι, είτε προσπαθήσουν να σας τους κρύψουν μέσα στην ομίχλη ιδεαλιστικών σοφισμάτων, οι δρόμοι, που ανοίγονται μπροστά σας, είναι και μένουνε δυο: ή θα πάτε με το μέρος της συντήρησης και της αντίδρασης, ή θα πάτε με το μέρος της επανάστασης… Αλήθεια! Σκεφτείτε λιγάκι. Από πού έρχεστε εσείς, παιδιά μου; Από ποια κοινωνικά στρωματά; Πού ανήκετε; Το μεγαλύτερο πλήθος από σας είναι φτωχά παιδιά. Η αστική τάξη βεβαία υψώνει μπροστά στα ματιά όλων σας το τίμημα της προδοσίας: θέσεις κρατικές, πελατεία, αξιώματα, τίτλους, για να γίνετε οι πνευματικοί στυλοβάτες της. Ένα τραγικό παιδομάζωμα! Έτσι και οι γενίτσαροι γίνονταν οι πιο φανατικοί διώκτες των χριστιανών, όπως τα παιδιά των φτωχών, που σπουδάζουν στα πανεπιστήμια και αλλάζουν κοινωνική κατάσταση, γίνονται οι πιο φανατικοί αντιδραστικοί. Αν όμως ακούσετε τι σας λέει κατάβαθα το αίμα σας, δε θα αλλαξοπιστήσετε, δεν θα προδώσετε την τάξη σας. Θα πάτε με το μέρος των φτωχών και θα αγωνιστείτε κι εσείς για να θεμελιώσετε τη νέα ζωή. Και τότε θα βαδίσετε με βήμα ακλόνητο στο μόνο δρόμο, που αληθινά ανοίγεται μπροστά σας.»

Θάνος Ανδρίτσος- Χθες φοιτητής, σήμερα μεταπτυχιακός φοιτητής και εργαζόμενος, για πάντα στο πλευρό της κοινωνικής ανατροπής


Επιστρέφει η δουλεία

Του Δημήτρη Καζάκη, Οικονομολόγου – Αναλυτή

Τέσσερα χρόνια μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, και τώρα βρισκόμαστε μπροστά στο άμεσο ενδεχόμενο ενός νέου, ακόμη πιο καταστροφικού κραχ.

● Τέσσερα χρόνια μετά, και το κύριο καταστροφικό δυναμικό της κρίσης δεν έχει ακόμη εκδηλωθεί, ούτε έχει εκτονωθεί.

● Τέσσερα χρόνια μετά, και η κοινωνία αντιμετωπίζει ίσως τη χειρότερη κρίση που έχει βιώσει ποτέ. Κι αυτό διότι, μπορεί έως τώρα να μην είχαμε επίσημες πτωχεύσεις κρατών, αλλά οι συνθήκες κοινωνικής πτώχευσης και δυστυχίας που κυριαρχούν – πλέον, ακόμη και στις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες –, είναι κυριολεκτικά πρωτοφανείς.

Τα 45 εκατ. φτάνει ο αριθμός στις ΗΠΑ όσων δεν πεθαίνουν της πείνας χάρη στα κρατικά κουπόνια διατροφής. Το 50% αυτού του αριθμού είναι παιδιά και 20% υπερήλικοι χωρίς στον ήλιο μοίρα. Ο αριθμός αυτός αναμένεται να διπλασιαστεί τα επόμενα χρόνια, με ή χωρίς «ανάπτυξη». Είναι αυτό που οι οικονομικοί αναλυτές ονομάζουν «jobless recovery», δηλαδή «ανάκαμψη χωρίς δουλειές». Όχι, όμως, μόνο χωρίς δουλειές, αλλά και χωρίς απολαβές, χωρίς εγγυήσεις έναντι της εξαθλίωσης, χωρίς ούτε εικονική άνοδο του βιοτικού επιπέδου για την συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων.

Στην Ευρώπη, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ειδικού παρατηρητηρίου του ΟΗΕ, ο αριθμός όσων ζουν από συσσίτια και παροχές φιλανθρωπίας υπερβαίνει τα 63 εκατ. Ανάμεσα στις πρωτεύουσες με το πιο έντονο πρόβλημα είναι το Λονδίνο, το Παρίσι, η Μαδρίτη και το Βερολίνο.

Την ίδια ώρα, οι εργαζόμενοι έχασαν μέσα στα τελευταία χρόνια ό,τι είχαν κερδίσει από τα τέλη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Εργατικά δικαιώματα, κατοχυρώσεις απέναντι στην αυθαιρεσία της αγοράς και του εργοδότη, κοινωνική ασφάλιση κ.ο.κ. Όχι μόνο οι «κοπρίτες» εργαζόμενοι της «διεφθαρμένης» Ελλάδας, αλλά το σύνολο των εργαζομένων στην Ευρώπη.

Επισήμως σκλάβοι

Η ανεργία καλπάζει. Οι εργατικές αμοιβές έχουν αποσπαστεί πια από τις ανάγκες διαβίωσης και αυτό που οι Αγγλοσάξονες αποκαλούσαν “breadwinner wage”, δηλαδή μισθός που εξασφαλίζει το ψωμί της οικογένειας: μια κατάκτηση των εργατικών αγώνων από τις αρχές του 19ου αιώνα αποτελεί σήμερα όνειρο απατηλό για τουλάχιστον τα δύο τρίτα των Ευρωπαίων εργαζομένων. Στην ευρωζώνη, πάνω από το ένα τέταρτο του εργατικού δυναμικού αμείβεται με μισθούς κάτω των 500 ευρώ, ενώ πάνω στο έδαφός της ευδοκιμεί ένα ακόμη φαινόμενο από τα παλιά: το δουλεμπόριο.

Σύμφωνα με τον ΔΟΕ, κυρίως στις χώρες της ευρωζώνης, πάνω από 12,5 εκατ. άνθρωποι βρίσκονται επίσημα υπό καθεστώς δουλείας, μέσα από κυκλώματα δουλεμπόρων που τους φέρνουν κυρίως από χώρες της Ασίας και της Αφρικής, αλλά και της ανατολικής Ευρώπης. «Καραβιές» ολόκληρες έρχονται μεθοδευμένα στις χώρες της Ε.Ε. και της ευρωζώνης, για να χρησιμοποιηθούν σαν δουλική εργασία.

Ο «Τρίτος Κόσμος» μετακόμισε πια οριστικά στην καρδιά του «Πρώτου Κόσμου» με όρους απάνθρωπης εκμετάλλευσης και μαζικής εξαθλίωσης σε πρωτοφανή επίπεδα, ειδικά για τις κοινωνίες της ανεπτυγμένης Ευρώπης και φυσικά των ΗΠΑ.

«Ο Μαρξ είχε δίκιο»!

Η κατάσταση είναι τέτοια, που ανάγκασε ακόμη και τον Νουριέλ Ρουμπίνι να παρατηρήσει πρόσφατα σε μια ζωντανή συνέντευξή του στην τηλεόραση της «Wall Street Journal» (11.8) τα εξής:

WSJ: «Μας περιγράψατε μια σκοτεινή εικόνα για την αναιμική οικονομική επέκταση που συντελείται, με έναν αυξανόμενο κίνδυνο μιας νέας ύφεσης στο άμεσο μέλλον. Αυτό ακούγεται πολύ άσχημο. Τι μπορεί να κάνει μια κυβέρνηση και τι οι επιχειρήσεις, ώστε να βάλουν μπρος την οικονομία; Ή απλώς πρέπει να περιμένουν να δουν τι θα συμβεί;».

Ρουμπινί: «Οι επιχειρήσεις δεν κάνουν απολύτως τίποτε. Στην πραγματικότητα δεν βοηθούν. Όλος αυτός ο κίνδυνος τις έκανε πιο νευρικές... Υποστηρίζουν ότι προχωρούν σε περικοπές επειδή υπάρχει υπερβολική προσφορά, και δεν προσλαμβάνουν εργάτες επειδή δεν υπάρχει αρκετή τελική ζήτηση. Ωστόσο, εδώ υπάρχει ένα παράδοξο... Αν δεν προσλαμβάνεις εργάτες, δεν υπάρχει και αρκετό εργατικό εισόδημα, καταναλωτική εμπιστοσύνη, κατανάλωση, ούτε αρκετή τελική ζήτηση.

Στην πραγματικότητα, τα τελευταία δύο με τρία χρόνια είχαμε μια επιδείνωση, διότι υπήρξε μια ογκώδης ανακατανομή εισοδήματος από την εργασία προς το κεφάλαιο, από τους μισθούς προς τα κέρδη, ενώ η ανισότητα των εισοδημάτων έχει αυξηθεί... Έτσι, η ανακατανομή του εισοδήματος και του πλούτου κάνει το πρόβλημα της ανεπαρκούς ζήτησης ακόμη χειρότερο. Ο Καρλ Μαρξ το είχε αντιληφθεί σωστά.

Σε κάποιο σημείο, ο καπιταλισμός μπορεί να αυτοκαταστραφεί. Δεν μπορείς να αποσπάς εισόδημα από την εργασία στο Κεφάλαιο, χωρίς να έχεις υπερβάλλουσα προσφορά και έλλειμμα γενικής ζήτησης. Αυτό είναι που έχει συμβεί. Νομίζαμε ότι οι αγορές λειτουργούν. Δεν λειτουργούν. Το άτομο μπορεί να είναι ορθολογικό. Η εταιρεία, προκειμένου να επιβιώσει και να ευημερήσει, μπορεί να σπρώχνει τα εργατικά κόστη όλο και πιο χαμηλά. Ωστόσο, τα εργατικά κόστη είναι κάποιου άλλου το εισόδημα και η κατανάλωση. Γι’ αυτό είναι μια αυτοκαταστροφική διαδικασία».
 
Τερατογένεση


Τον Νουριέλ Ρουμπινί δεν μπορεί κανείς να τον κατηγορήσει ως οπαδό του Μαρξ. Αντίθετα, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της σημερινής κυρίαρχης οικονομικής σκέψης, που έχει αποβάλει παντελώς την κοινωνική οπτική από την προβληματική της.

Γι’ αυτήν, η οικονομία είναι ένα σύστημα δεικτών και λογιστικών μεγεθών, όπου απλά πρέπει να βρεθεί ο κατάλληλος τρόπος διαχείρισής τους. Δεν την ενδιαφέρει καθόλου αν αυτά τα μεγέθη απηχούν κοινωνικές καταστάσεις, αντιθέσεις, σχέσεις εκμετάλλευσης και εξουσίας. Δεν την απασχολεί αν οι δείκτες καθορίζουν ανθρώπινες ζωές, αν συνεπάγονται δυστυχία και κοινωνική απαξίωση. Έλα όμως που οι δραστικές πολιτικές λιτότητας και των περικοπών αναγκάζουν σήμερα ακόμη και τους εκπροσώπους αυτής της πιο χυδαίας εκδοχής – απ’ όλες όσες γνώρισε στην ιστορική πορεία η οικονομική σκέψη – να παραδεχτούν δειλά δειλά ότι η συντριβή της εργαζόμενης κοινωνίας έχει σπρώξει προς μια «αυτοκαταστροφική διαδικασία» την παγκόσμια οικονομία.

Το «μοντέλο ανάπτυξης» της παγκόσμιας οικονομίας, που υπήρχε πριν από την πρόσφατη παγκόσμια κρίση, βασιζόταν στη δυνατότητα μιας χούφτας τεράστιων επιχειρηματικών κολοσσών με οικονομική επιφάνεια πολύ μεγαλύτερη από τα περισσότερα κράτη, να επιβάλουν έναν διεθνή καταμερισμό εργασίας όπου, στις χώρες του «Τρίτου Κόσμου», παρήγαν με εξαιρετικά χαμηλά κόστη το μεγαλύτερο μέρος των προϊόντων και υπηρεσιών, οι οποίες πήγαιναν προς κατανάλωση στον ανεπτυγμένο «Πρώτο Κόσμο».

Όσο οι ανεπτυγμένες αγορές εξασφάλιζαν την τελική ζήτηση γι’ αυτά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες, τόσο λειτουργούσε το όλο κύκλωμα χωρίς σοβαρές εμπλοκές από τη μαζική δυστυχία και υποβάθμιση που συνεπαγόταν για την εργαζόμενη κοινωνία των χωρών παραγωγής.

Για να στήσουν το κύκλωμά τους στην παγκόσμια οικονομία, οι υπερεθνικοί αυτοί γίγαντες απαιτούσαν όχι μόνο την κατάργηση των συνόρων και των εθνικών ρυθμίσεων, των εθνικών νομοθεσιών κ.ο.κ., αλλά και διαθέσιμα κεφάλαια που καμία εθνική οικονομία από μόνη της δεν μπορούσε να τους εξασφαλίσει – ούτε καν οι ΗΠΑ. Έτσι επήλθε μια τερατογένεση. Δημιουργήθηκαν οι κεφαλαιαγορές που γνωρίζουμε σήμερα σε διεθνές επίπεδο, ικανές να συγκεντρώνουν χρηματικά κεφάλαια 20 φορές μεγαλύτερα από το παγκόσμιο ΑΕΠ.

Οι τράπεζες πολύ γρήγορα μετατράπηκαν σε κυρίαρχη έκφραση αυτής της διαδικασίας, και η ανάγκη παραγωγής μιας τέτοιας πληθώρας κεφαλαίου γέννησε μια απίστευτων διαστάσεων κερδοσκοπία, με κάθε είδους πιστωτικό προϊόν και δάνεια σε διεθνές επίπεδο. Έτσι φτάσαμε στην παγκόσμια κρίση, που ξέσπασε τον Αύγουστο του 2007 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
 
Κοινωνική γενοκτονία


Πώς αντιμετώπισαν την κρίση αυτή οι κυβερνήσεις; Πρώτα και κύρια, στράφηκαν σε μια πρωτοφανών διαστάσεων προσπάθεια διάσωσης των ισολογισμών των τραπεζών. Πάνω από 16 τρισ. δολ. «ζεστό χρήμα» διοχέτευσε η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ τα δύο τελευταία χρόνια, προκείμενου να βελτιωθεί τεχνητά η εικόνα των τραπεζών. Μόνο στις μεγάλες αμερικανικές τράπεζες (Bank of America, Citi, Goldman Sachs, JP Morgan κ.ο.κ.), η Fed διοχέτευσε 1,2 τρισ. δολ., περίπου το ποσό που οι ιδιοκτήτες κατοικιών στις ΗΠΑ οφείλουν στη βάση των 6,5 εκατ. ενυπόθηκων δανείων που δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν (Bloomberg, 22.8).

Η τακτική αυτή ακολουθήθηκε και στην Ε.Ε., όπου τα κράτη και το Δημόσιο φορτώθηκαν τα χρέη και τα ελλείμματα της τραπεζικής αγοράς. Τα χρέη, ιδιωτικά και δημόσια, που μέχρι τότε θεωρούνταν ελέγξιμα και πηγή όχι μόνο σημαντικών κερδών για τις τράπεζες, αλλά και βασικός μοχλός επέκτασης της καταναλωτικής ζήτησης στις ανεπτυγμένες χώρες, άρχισαν να εκτινάσσονται.

Τι έκαναν οι κυβερνήσεις; Επέβαλλαν άγριες πολιτικές λιτότητας και περικοπών, με αποτέλεσμα να προκύψει μία από τις μεγαλύτερες ανακατανομές εισοδημάτων και πλούτου, που έχει συμβεί στις ανεπτυγμένες χώρες από την εποχή της Βιομηχανικής Επανάστασης. Η Ελλάδα υπήρξε το πιο πρόσφορο και εύκολο πειραματόζωο αυτής της συνταγής. Αποτέλεσμα; Η γενίκευση της δυστυχίας σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολλοί σήμερα – και δικαιολογημένα – μιλούν για κοινωνική γενοκτονία ακόμη και στις πιο πλούσιες χώρες. Κι αυτό επειδή τα μέτρα περιορισμού και λιτότητας που υιοθετούνται, χτυπούν με ιδιαίτερα ανελέητο τρόπο τις νέες γενιές: ανεργία και εξαθλίωση...

Ο πακτωλός ρευστού χρήματος εις βάρος της κοινωνίας εξασφάλισε μια εικονική βελτίωση των τραπεζικών, κυρίως οικονομικών, και της δυναμικής των κεφαλαιαγορών, με αποτέλεσμα μια εικονική άνοδο του ΑΕΠ τον περασμένο χρόνο. Χαράς ευαγγέλια για τους πληρωμένους καλαμαράδες της οικονομολογίας των κερδοσκόπων. Πέτυχαν το ακατόρθωτο. Να ανακάμψει η οικονομία χωρίς να ανακάμψει η τελική ζήτηση. Περιχαρείς, οι λακέδες της οικονομικής εξουσίας γέννησαν νέες θεωρίες: μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη χωρίς να στηρίζεται στην τελική καταναλωτική δαπάνη, δηλαδή στην αγοραστική δύναμη του πληθυσμού. Αρκεί η κερδοσκοπία στις αγορές.

Οι ίδιοι που πήραν ακόμη και Νόμπελ Οικονομίας την προηγούμενη δεκαετία, «αποδεικνύοντας» ότι η κρίση δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο της οικονομικής θεωρίας, ετοιμάστηκαν να διεκδικήσουν νέα Νόμπελ, «αποδεικνύοντας» ότι η αγορά και η οικονομία μπορούν να δουλέψουν άψογα και κυρίως «ορθολογικά», χωρίς να έχουν ανάγκη απ’ το αυξανόμενο εισόδημα του εργαζόμενου. Ζήτω! Νέες περίλαμπρες σελίδες ανοησίας και προστυχιάς γράφτηκαν με τη μορφή της οικονομικής φιλολογίας…
 
Πώς να σωθούν οι τράπεζες χωρίς... χρήμα;


Έλα, όμως, που η κρίση υποτροπίασε. Οι τράπεζες έχασαν μέσα σε τρεις εβδομάδες σχεδόν το σύνολο των εικονικών κερδών που είχαν εξασφαλίσει από το «τσάμπα» χρήμα των κυβερνήσεων. Ωστόσο, οι κεντρικές τράπεζες και οι κυβερνήσεις το βιολί τους... Οι τράπεζες της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας και της Ιταλίας κρατιούνται όπως - όπως στον αφρό με έκτακτα μέτρα και παρεμβάσεις της ΕΚΤ.

Οι πληροφορίες λένε ότι νέος πακτωλός δολαρίων από την Fed αναχαίτισε κάπως την πτώση των χρηματαγορών στις ΗΠΑ – και κυρίως την απαξίωση των τραπεζικών μετοχών. «Δεν κοιμάμαι τις νύχτες», δήλωσε ο Τσαρλς Βίπλοζ, διευθυντής του Διεθνούς Κέντρου για Χρηματικές και Τραπεζικές Μελέτες, που εδρεύει στην Γενεύη και χρηματοδοτείται από την κεντρική τράπεζα της Ελβετίας και μια σειρά άλλες τράπεζες. «Μπήκαμε σε μια νέα φάση της κρίσης» (Bloomberg, 23.8).

«Υπάρχουν αρκετά χρήματα στη Γη για να σωθούν οι τράπεζες;», αναρωτιόταν πρόσφατα ο Τζόναθαν Βέιλ, σχολιαστής της Bloomberg (11.8). Και δεν έχει άδικο. Ο νέος γύρος πριμοδότησης των τραπεζών φαίνεται ότι θα φέρει την παγκόσμια οικονομία, όχι μόνο πιο κοντά σε ένα νέο παγκόσμιο κραχ, αλλά και σε μια σειρά από αναπόφευκτες χρεοκοπίες κρατών. Με πρώτη υποψήφια φυσικά την Ελλάδα…
 
«Πρακτικά αφερέγγυοι»


Ο Νουριέλ Ρουμπινί είχε σημειώσει τον Ιανουάριο του 2009 ότι ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα των ΗΠΑ ήταν «χρεοκοπημένο» και «πρακτικά αφερέγγυο»: «Βρήκα ότι οι πιστωτικές απώλειες μπορούν να φτάσουν στο ύψος των 3,6 τρισ. δολ. για τα ιδρύματα των ΗΠΑ, τα μισά εκ των οποίων είναι τράπεζες και διαμεσολαβητές», έλεγε τότε ο Ρουμπινί.

«Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε αυτό σημαίνει ότι ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα των ΗΠΑ είναι πρακτικά αφερέγγυο, γιατί ξεκινά με ένα κεφάλαιο της τάξης των 1,4 τρισ. δολ. Τα προβλήματα του Citi, της Bank of America και των άλλων υποδηλώνουν ότι το σύστημα είναι χρεοκοπημένο», κατέληγε ο Ρουμπινί. «Στην Ευρώπη συμβαίνει το ίδιο πράγμα».

Βελτιώθηκε η κατάσταση που περιέγραφε τότε; Ούτε κατά διάνοια. Αντίθετα, χειροτέρεψε. Το αμερικανικό τραπεζικό σύστημα κατέγραψε απώλειες που υπερβαίνουν τα 5 τρισ. δολ., ενώ το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα έχει πάνω από 17 τρισ. δολ. «τοξικά χαρτιά» στο ενεργητικό του, καθώς και κεφάλαιο που κινείται γύρω στα 2 - 3 τρισ. δολ.

«Διαγραφή χρεών ή ύφεση δίχως τέλος»

Τα δεδομένα αυτά υποδηλώνουν ότι ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα, και στις δυο όχθες του Ατλαντικού, είναι ανεπανόρθωτα χρεοκοπημένο και δεν μπορεί να διασωθεί, σε όσες ενέσεις ρευστότητας κι αν υποβληθεί. Ωστόσο, το σύστημα και το πολιτικό προσωπικό του είναι καταδικασμένα σε μια «σισύφεια προσπάθεια» να επαναλαμβάνουν διαρκώς τα ίδια και τα ίδια, με την ψευδαίσθηση ότι κάπως έτσι θα κατευνάσουν τους δαίμονες που τα ίδια έχουν απελευθερώσει. Έστω κι αν κάθε τέτοια προσπάθεια στοιχίζει σε απίστευτο βαθμό για την κοινωνία…

Μην στενοχωριέστε όμως. Το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα δεν πρόκειται να καταρρεύσει, όπως φοβάται ο Νουριέλ Ρουμπινί. Δεν πρόκειται να καταρρεύσει, ακόμη κι αν συνεχίσει ακάθεκτο στην ίδια αυτοκαταστροφική πορεία. Μπορεί να καταρρεύσουν χώρες, κράτη, τράπεζες, επιχειρήσεις και να πεινάσουν λαοί ολόκληροι – ακόμη και στον λεγόμενο ανεπτυγμένο κόσμο –, αλλά μη φοβάστε: το κυρίαρχο σύστημα δεν πρόκειται να καταρρεύσει. Έχει ανεξάντλητες εφεδρείες αναπαραγωγής, ακόμη και σε συνθήκες της πιο γενικευμένης βαρβαρότητας. Δεν μπορεί να καταρρεύσει από μόνο του, ακόμη κι αν το θελήσει. Μόνο οι λαοί μπορούν να επιφέρουν την κατάρρευση του κυρίαρχου συστήματος.

Ούτε είναι σωστή η άποψη ότι η κρίση αυτή είναι παροδική: ένα είδος οικονομικού κύκλου. Τόσο το πολιτικό προσωπικό όσο και οι διεθνείς μηχανισμοί παρέμβασης δεν διαθέτουν βιώσιμη στρατηγική διεξόδου που θα επιτρέψει στο κυρίαρχο παγκόσμιο σύστημα να ανασυγκροτηθεί και να βγει με κάποιον τρόπο από την υπάρχουσα κρίση. Αν διέθετε κάποια τέτοια στρατηγική, έστω υπό διαμόρφωση, δεν θα περιοριζόταν σε μέτρα πανικού και έκτακτες παρεμβάσεις, όπως κοπή χρήματος, αγορές ομολόγων και παροχή ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες. Πώς είναι δυνατόν να θεωρεί κάποιος ότι μπορεί μια οικονομία να ανακάμψει με έκτακτα μέτρα και παρεμβάσεις;

Ώς το κόκαλο

Επιπλέον, η καθίζηση του λαϊκού εισοδήματος σε συνδυασμό με τις συνεχιζόμενες πολιτικές λιτότητας και περικοπών, που έχουν φτάσει το μαχαίρι στο «κόκαλο» για την εργαζόμενη κοινωνία ακόμη και των πιο ανεπτυγμένων οικονομιών της Δύσης, εξασφαλίζουν ότι ακόμη και η επέκταση της οικονομίας θα συνεχίσει να είναι εικονική και εξαιρετικά αναιμική.

Η κατάσταση είναι τέτοια, ώστε αναγκάζει ακόμη και ορισμένους καθ’ όλα αξιοσέβαστους καθηγητές Οικονομικής – οι οποίοι δεν έχουν κανένα λόγο να συμπαραταχθούν με όλους εμάς τους «γραφικούς» – να πουν: «Θα έχουμε μια διαρκή ύφεση χωρίς τέλος, αν δεν αρνηθούμε το χρέος...», όπως έγραφε πριν από έναν μήνα ο καθηγητής Στιβ Κιν για τις ΗΠΑ. Ενώ ο Νουριέλ Ρουμπινί έγραφε στην «Financial Times» (8.8): «Από τη στιγμή που αυτή είναι μια κρίση αφερεγγυότητας και ταυτόχρονα ρευστότητας, πρέπει να αρχίσει μια συντεταγμένη αναδιάρθρωση του χρέους. Αυτό σημαίνει μια απευθείας μεγάλη μείωση του ενυπόθηκου χρέους, για περίπου το 50% των Αμερικάνικων νοικοκυριών που πνίγονται...».

Όσο θα βαθαίνει η ύφεση πυροδοτώντας νέα κραχ τόσο περισσότερες φωνές θα μιλούν για «σβήσιμο» του χρέους, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος του. Φωνές ακόμη κι από τα δώματα της εξουσίας. Μόνο που η αλήθεια είναι ότι η σημερινή δομή της οικονομίας, η κυριαρχία των κεφαλαιαγορών και το πολιτικό προσωπικό που της αντιστοιχεί διεθνώς, δεν είναι σε θέση να υλοποιήσουν κανένα τέτοιο αίτημα. Μόνο ο ίδιος ο λαός μπορεί να το κάνει, αν συνειδητοποιήσει ότι διαφορετικά δεν μπορεί να γλιτώσει από τον κοινωνικό κανιβαλισμό...

Δημοσιεύτηκε στο "Ποντίκι" 26/8/2011